Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Με Ηπειρώτικο μοιρολόγι, μια ανάρτηση για τη φίλη που έφυγε ...




Στη Γιούλη,με το εγκάρδιο χαμόγελο και το ζεστό της βλέμμα.
Στη Γιούλη, τη φανατική βιβλιοφάγο αλλά ταυτοχρόνως και απαιτητική αναγνώστρια.
Στη Γιούλη, που από τα Βάγια κάθε τόσο ερχόταν αποκλειστικά για βιβλιοθεραπεία στη «Σύγχρονη έκφραση», φορτωνόταν νέες και παλαιότερες εκδόσεις και περιχαρής έδινε ραντεβού για την επόμενη φορά, με τη νέα σοδειά.
-         Ξέρεις εσύ έλεγε, τι θα κρατήσεις.
Κι επειδή ήξερα, είχα ήδη βγάλει στην άκρη το Confiteor, τα καινούργια των Ροθ και Κόου, το Offshore του Μάρκαρη με την «Πηνελόπη των τρένων» της Πολιτοπούλου - γιατί την χαλάρωνε η αστυνομική λογοτεχνία-, μαζί με την τριλογία του Σπέρμπερ από τις εκδόσεις Καστανιώτη που είχε αφήσει για μαγιά από την προηγούμενη αγορά.
Μόνο που το καλοκαίρι τέλειωνε κι η Γιούλη δε φαινόταν ...
Δεν άργησαν και τα κακά μαντάτα. Με καθυστέρηση 40 ημερών .
Η θλίψη μας άφατη με το απροσδόκητο νέο.
Γιούλη, δε θα σε ξεχάσουμε. Σε κάθε έκδοση που γνωρίζουμε ότι θα σου άρεσε η σκέψη μας θα σε συντροφεύει. 

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΤΩΝ ΤΡΕΝΩΝ : ένα αξιοπρόσεκτο νουάρ μυθιστόρημα της Μαρλένας Πολιτοπούλου με δύο ανεξιχνίαστους φόνους, ερωτικά μυστικά, δωσίλογους και μετανάστες με φόντο τα 45άρια του Καζαντζίδη

1965: Ο Στέλιος Καζαντζίδης φτάνει στον σταθμό του Μονάχου για να δώσει μια σειρά από συναυλίες σε όλη τη Γερμανία. Σε μια γωνιά του ίδιου σταθμού ο Στρατής Κοκκινίδης, ένας έλληνας μετανάστης, βρίσκεται νεκρός. Ο φόνος του δεν θα εξιχνιαστεί ποτέ. Πενήντα χρόνια αργότερα, ο ερευνητής και σκιτσογράφος Παύλος Γ., ως οφειλή στον αστυνόμο πατέρα του, θα ασχοληθεί με την υπόθεση. Τα ίχνη θα τον οδηγήσουν στη Νάουσα, τόπο καταγωγής του Κοκκινίδη, και πίσω στα χρόνια της Κατοχής, για να ανακαλύψει ερωτικά μυστικά, δωσίλογους, λίρες, προδοσίες και επαναστάτες. Θα αφήσει για λίγο την αγαπημένη του τζαζ για να ακούσει τα τραγούδια του Στέλιου και θα ανταμειφθεί από την κόρη της Πηνελόπης των τρένων με είκοσι 45άρια δισκάκια. Και όταν όλα θα έχουν πια τελειώσει, ο κόσμος της μετανάστευσης δεν θα του είναι πια ξένος. 

της Ελένης Κεχαγιόγλου
Με τη Μαρλένα η διά ζώσης γνωριμία μας δεν είναι μακρά, δεν μετρά ακόμη δεκαετία, αλλά, ξέρετε πώς είναι αυτά, υπάρχουν για κάθε αναγνώστη συγγραφείς τους οποίους διαβάζοντάς τους αισθάνεσαι πως είναι κατά κάποιον τρόπο δικοί σου άνθρωποι, μιλάτε την ίδια γλώσσα, υπάρχουν εκλεκτικές συγγένειες. Ενίοτε, όταν αγαπάς το έργο ενός συγγραφέα και τον γνωρίζεις ως άνθρωπο, τρως τα μούτρα σου — λες, άσε καλύτερα, θα αγαπώ μονάχα τον συγγραφέα. Με τη Μαρλένα, την οποία πρωτοδιάβασα το 1999, με το μυθιστόρημά της με τον ατμοσφαιρικό τίτλο «Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά» (έργο το οποίο, ευτυχώς, επανεκδόθηκε, ξανακοιταγμένο, από το Μεταίχμιο το 2012), απόλαυσα το κείμενο και το συγγραφικό της βλέμμα, παρότι, τότε, ήμουν σε μετα-φοιτητική φάση και επιφυλακτική με το αστυνομικό μυθιστόρημα. Και ευτυχώς η γνωριμία μαζί της με έκανε να μην χρειάζεται να υπενθυμίσω στον εαυτό μου το «μάντρα» της θεωρίας της λογοτεχνίας: άλλο ο συγγραφέας, άλλο ο άνθρωπος, μπορούσα να αγαπώ και τη συγγραφέα και τον άνθρωπο.
Θα σταματήσω ωστόσο εδώ τις προσωπικές αναφορές, διότι η Πηνελόπη των Τρένων (των τρένων του Μονάχου και της Νάουσας) κρατά στα χέρια το πλεκτό της και διεκδικεί να αφιερωθεί σε κείνην η βραδιά. Εξάλλου, θεωρεί πως μπορεί στη συνέχεια της βραδιάς να κερδίσει εκείνη το φλουρί.

Το πλεκτό της δικής μας Πηνελόπης έχει υφάδι σφιχτό, σαν και την αφηγηματική δομή του βιβλίου της Πολιτοπούλου. Ενός βιβλίου, που, αναπτύσσοντας τη διερεύνηση δύο ανεξιχνίαστων φόνων πριν από κοντά 50 χρόνια, χωράει: της μετανάστευσης και της προσφυγιάς το αιώνιο δράμα / Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία τη δεκαετία του 1960 αλλά και γκασταρμπάιτερ σήμερα / το ελληνικό εβραϊκό τραύμα / Κατοχή, δωσίλογους, Χούντα, τη μεγάλη δηλαδή ιστορία πανταχού παρούσα στη ζωή των ανθρώπων, άλλοτε επιρρεάζοντάς την άμεσα άλλοτε δρώντας υπόγεια / πρόσφυγες (α) Πόντιους στη μετά την Καταστροφή Ελλάδα και (β) από τη Συρία στην Ελλάδα του 2015 / κοινωνική και πολιτική κρίση (παρεισφρέει στις σελίδες του βιβλίου και η αισιόδοξη αναφορά της σύλληψης του Κασιδιάρη και του Μιχαλολιάκου, όπως επίσης και η πληροφορία ότι στη Νάουσα δεν ευδοκιμεί το μολυσμένο φρούτο Χ.Α.) / έχουμε επίσης βινύλια και μνήμες, σεξ-χρήμα και ιδεολογία (τα βασικά κίνητρα του φόνου, τις κινητήριες δυνάμεις της ζωής άρα και της στέρησής της) / το πολύπτυχο έρωτας-πόλεμος-νόστος-επιστροφή-εκδίκηση / μπόλικο, πολύ Καζαντζίδη και μια υπέροχη σύγκρισή του με τον σερ Μπιθί, που εγώ τη χρησιμοποιώ πλέον ως επιχειρηματολογία προς τους φίλους που ομνύουν στο όνομα του Μπιθικώτση και δεν αντέχουν, λέει, τον λυρισμό του Καζαντζίδη / έχει Μπούλες: το παλαιότατο αποκριάτικο έθιμο στη Νάουσα, αλλά έχει και το μυστικό της επιτυχίας του Μπουτάρη ως δημάρχου / έχει ακόμη και την ιδοποιό διαφορά μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών.
Κι όλα αυτά, με πραγματικά καλούς συνεκτικούς αρμούς, σε ένα μυθιστόρημα που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο ως προς το «τι θα γίνει παρακάτω»: ως προς το βασικό συγγραφικό στοίχημα, δηλαδή, σε κάθε μυθιστόρημα, και κυρίως σε κάθε αστυνομικό μυθιστόρημα. 


Στο σημείο αυτό, θα την αφήσω ωστόσο την Πηνελόπη να περιμένει λίγο ακόμη και θα προχωρήσω κάπως ανάποδα — μη με παρεξηγήσετε, δεν είμαι ανάποδη (νομίζω), αλλά θέλω να αναφερθώ στο Σημείωμα της συγγραφέως στο τέλος του βιβλίου, από όπου πληροφορούμαστε ότι η διαδρομή του μυθιστορήματος που παρουσιάζουμε σήμερα ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια. Κι αυτό αποκαλύπτει ακριβώς τη βάσανο της γραφής. Επίσης, οι ευχαριστίες που απευθύνει οι συγγραφέας φανερώνουν για ποιο λόγο, διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι  η Πολιτοπούλου ξέρει σαν την τσέπη του παλτού της τη Νάουσα και τη Βέροια, καθώς και τη ζωή των ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία τη δεκαετία του ’60. Διότι η Μαρλένα ταξίδεψε, ρώτησε, βρήκε τους κατάλληλους πληροφοριοδότες, ξόδεψε ή αξιοποίησε την ενέργειά της για να γίνει, για χάρη του μυθιστορήματός της, συγγραφέας-ντετέκτιβ.
Κάθε συγγραφέας, γράφει δεν γράφει αστυνομικά, είναι, νομίζω, ντετέκτιβ, με την έννοια ότι οφείλει να ψάξει για δικό του λογαριασμό (ανεξάρτητα δηλαδή από τον θα αποφασίσει να αποκαλύψει ό,τι βρήκε στον πελάτη-αναγνώστη) το παρελθόν των ηρώων του και το παρόν τους, να περπατήσει τους δρόμους όπου περπάτησαν, να δει ό,τι έχουν εκείνοι δει, να αναζητήσει τα βαθιά κρυμμένα μυστικά τους, να κατανοήσει γιατί δρουν όπως δρουν, γιατί έχουν γίνει οι άνθρωποι που είναι.
Στην προκειμένη περίπτωση, το μυθιστόρημα της Μαρλένας απαλλάσσει τον αναγνώστη της από το να αναρωτιέται διαρκώς εάν ισχύουν τα πραγματολογικά στοιχεία που αναφέρει. Κι αυτό, διότι όλες οι μικρές λεπτομέρειες (από το σύνθημα κατά της Τρόικας που είναι γραμμένο σε τοίχο της Νάουσας, μέχρι την περιγραφή του ισογείου της Βιβλιοθήκης της Βέροιας, και από τα οινοποιεία της περιοχής μέχρι το ερειπωμένο σήμερα εργοστάσιο της Columbia που άλλοτε γνώρισε δόξες ως η δισκογραφική εταιρία των πρώτων ονομάτων ενώ σήμερα παρακμάζει φιλοξενώντας απελπισμένους άστεγους μετανάστες που πατούν —τι ειρωνεία— τα πεταμένα στη λάσπη δισκάκια από τη σούπερ επιτυχία «Τα παιδιά του Πειραιά») όλες οι μικρές λεπτομέρειες λοιπόν σε πείθουν ότι η αφηγηματική φωνή έχει κάνει το ρεπεράζ της όπως λένε στο σινεμά, την αυτοψία της σε όλους τους σκηνικούς χώρους του μυθιστορήματος. Κι αυτό, ξέρετε, δεν είναι διόλου αυτονόητο.
Με τον τρόπο αυτό, λοιπόν, καθώς και με τα στοιχεία της σύγχρονης ζωής που παρέχει το βιβλίο αποτυπώνοντας —παράλληλα με την έρευνα του παρελθόντος— την καθημερινότητα, το βιβλίο αυτό μελλοντικά θα είναι ένα τεκμήριο για το ελληνικό έτος 2015, για την Ελλάδα την εποχή της κρίσης γενικότερα, από την εισβολή του Ίντερνετ στην καθημερινότητα μέχρι τον Ελληνάρα που κορνάρει, από τα δίκτυα εκμετάλλευσης των μεταναστών απ’ τους συμπατριώτες τους και τους Έλληνες μέχρι τα διόδια που ακρίβυναν — όπως ακριβώς τα έργα του γενάρχη της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, του Γιάννη Μαρή, αποτελούν και το αποτύπωμα του άστεως (κυρίως) τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και μέχρι την πτώση της Χούντας.
Ωστόσο ο Μαρής γράφει σε μια εποχή που τα ξερονήσια είναι ακόμη γεμάτα από αριστερούς πολίτες και η χώρα επιχειρεί, κουτσά στραβά, τη μεταπολεμική ανόρθωσή της, και για αυτό αποφεύγει κατά κανόνα να ξύσει πληγές θίγοντας πολιτικά προβλήματα, παρόλο που, στο «Έγκλημα στα παρασκήνια», το 1954, π.χ., στη σκοτεινή υπόθεση εμπλέκεται η κοσμική Αθήνα, άνθρωποι του θεάτρου και βιομήχανοι, αλλά και δωσίλογοι της Κατοχής.
Η Μαρλένα νεότερη εκπρόσωπος του είδους που στη μεταπολεμική Ελλάδα αγαπήθηκε χάρη στην πένα του Μαρή, όπως κι εκείνος αναθέτει την εξιχνίαση των εγκλημάτων στον Παύλο Γεωργούλα, σε κάποιον που δεν είναι ο τυπικός αστυνομικός επιθεωρητής αλλά ένας σκιτσογράφος-αρχιτέκτονας, ο οποίος έχει συνεργαστεί χρόνια με την αστυνομία. Πρόκειται για έναν ήρωα αντίστοιχο, ας πούμε, με τον δημοσιογράφο Μακρή που συνεπικουρείται από τον περίφημο αστυνόμο Μπέκα, όπως ακριβώς τον Παύλο της Πολιτοποπούλου βοηθά ο διευθυντής του τμήματος Ανθρωποκτονιών Περικλής Γιατζόγλου. Και μάλιστα, ο Παύλος —ύστερα από τα 4 βιβλία της Μαρλένας όπου έχει πρωταγωνιστήσει— στο τέλος του έργου που παρουσιάζουμε σήμερα παραδίδει σκυτάλη στον υπό συνταξιοδότηση Περικλή, ώστε έτσι, να περιμένουμε το επόμενο μυθιστόρημα στο οποίο τα ηνία θα κρατά πια ένας αστυνομικός όπως κάποτε τα πήρε από τον δημοσιογράφο Μακρή και ο περίφημος αστυνόμος Μπέκας. 


Φαίνεται πως, παρότι «το να ασχολείσαι με ιστορίες από το παρελθόν μοιάζει σαν διακοπές, αφού η λάθος απόφαση δεν έχει συνέπειες», όπως γράφει η Μαρλένα αναφέρεται στο βιβλίο, ο ήρωας Παύλος, ύστερα από την υπόθεση μιας ανεξιχνίαστης δολοφονίας που ερευνά στην «Πηνελόπη των Τρένων» και την οποία του άφησε κληρονομιά ο αστυνομικός καριέρας  πατέρας του (μια υπόθεση όπου το «παρόν φώτιζε με βαριές σκιές το παρελθόν»), κατανόησε —αντιγράφω— ότι «την ελευθερία την έχεις περισσότερο μέσα σου» και ότι η αλήθεια αποκαλύπτεται όταν οι άνθρωποι την έχουν ακριβώς ανάγκη για να απελευθερωθούν. Ο ήρωας —μέσω της έρευνας αυτής, χάρη στην οποία γνώρισε, έστω μετά θάνατον καλύτερα τον πατέρα του— απαλλάσσεται εντέλει από τη βαλίτσα (από την ανάγκη δηλαδή να βρει την αλήθεια του άλλου) και την παραδίδει τότε με τη σειρά του τη βαλίτσα αυτή στον καθ’ ύλην αρμόδιο φίλο του Περικλή. Εξάλλου, πλέον η βαλίτσα άνοιξε, ο Παύλος μπορεί πια να υπερβεί τον πατέρα του, δεν του χρειάζεται να μάθει άλλα για την επαγγελματική σταδιοδρομία, τους έρωτες, τις πολιτικές πιέσεις που υπέστη, το ήθος του, τις συναλλαγές του με την ελληνική ιστορία.
Και με τον τρόπο αυτό, αποκόπτει τον ομφάλιο λώρο, κατανοεί πως «ό,τι κρατάς σε κρατάει» και απελευθερώνεται. Απελευθερώνεται μάλιστα διά της αλήθειας που έρχεται να δικαιώσει τους τεθνεώτες των οποίων η μνήμη είχε σκιαστεί και όχι να εκδικηθεί τους φταίχτες. Που έρχεται να κατανοήσει και όχι να τιμωρήσει, ώστε να επέλθει έτσι ένα «ισοζύγιο της ζωής», όπως γράφει το βιβλίο, μια ισορροπία.
Ένα επίσης συναρπαστικό στοιχείο στο μυθιστόρημα είναι ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν γίνεται παρόν καθώς οι παρελθοντικές πράξεις μοιάζει να σκοτεινιάζουν τη ζωή των απογόνων των πρωταγωνιστών της άλλοτε ιστορίας, είτε επρόκειτο για καθωσπρέπει καραμανλικούς είτε για ονειροπαρμένους αριστερούς είτε για ταλαιπωρημένους εβραίους είτε για αδίστακτους δοσίλογους, είτε για ανθρώπους λαϊκούς ή μικροαστούς που απλώς επιδιώκουν να τη βολέψουν ή να επιβιώσουν.
Στο βιβλίο η μνήμη —που σε μια ενδιαφέρουσα διατύπωση είναι «ό,τι φαντάζεται ο καθένας»— όχι απλώς αποδίδει δικαιοσύνη (αφού «Η δικαιοσύνη έγκειται στην ανάμνηση» σύμφωνα με το μότο του έργου που έχει αντληθεί από τον Στάινερ) αλλά και είναι (η μνήμη) ολωνών το σακουλάκι με τα ζόρικα: άλλος το έχει στο στήθος του, το βλέπει και αναμετριέται, και άλλος το έχει στην πλάτη του και κάνει πως δεν το ξέρει. Ο Παύλος, εσωτερικεύοντας ως ψυχική διαδικασία την ξενιτειά, λέει: «Είμαι μετανάστης, ξένος στον τόπο μου, ξένος στον αιώνα που τρέχει. Ξένα μού είναι και τα αισθήματά μου και απρόσμενα». Και συναντάται έτσι με το παραδοσιακό ποντιακό τραγούδι της ξενιτειάς: Σα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος.  
Με τη μετακίνηση του ήρωα από την ψυχική ακινησία στη δράση (στην απόφαση να επιστρέψει στα σκίτσα του, να εκδώσει το επόμενο βιβλίο του) ξαναβρίσκει την πατρίδα του, τον πραγματικό του εαυτό, με την επιστροφή του στις δικές του ανάγκες.
Ωστόσο, η εξαρχής ενασχόληση του ήρωα με την έρευνα, στη δική μου ανάγνωση, ανακαλύπτει κάτι για τη σχέση της Μαρλένας Πολιτοπούλου με την αστυνομική λογοτεχνία. Για τον Παύλο, με την αστυνομική έρευνα συνδέεται το ατομικό με το κοινωνικό.  Για τη Μαρλένα, νομίζω, οι αστυνομικές ιστορίες είναι το πρόσχημα για να γίνει το προσωπικό πολιτικό. Στην περίπτωσή της έχουμε τη γραφή ως πολιτική πράξη. Αναμοχλεύει τα ανθρώπινα (που ανάγονται σε εθνικά) πάθη, λύνει τους λογαριασμούς της με την Ιστορία, επιχειρεί —όπως η ίδια μου το είπε— να διαχειριστεί το δικό της οιδιπόδειο που είναι η Αριστερά. Και αυτό, σε μια φόρμα που αντιστέκεται, όπως γράφει στο βιβλίο, στη χαοτική εποχή μας. Ας πούμε κάτι οργανωμένο, έστω και παλιομοδίτικα, με αρχή, μέση και τέλος. Και οι αστυνομικές ιστορίες έχουν ΠΑΝΤΑ ένα τέλος — ο ένοχος θα αποκαλυφθεί. Δεν είναι παρήγορο αυτό; 
Δεν ξέρω αν οι Έλληνες με την κρίση έγιναν πιο ευαίσθητοι στον πόνο του άλλου, όπως γράφει η Μαρλένα. Ξέρω όμως ότι τα αστυνομικά βιβλία της δεν ψάχνουν απλώς και μονοσήμαντα τον δολοφόνο. Η αφήγησή της με τις αναδρομές στο παρελθόν και τις διαδρομές στο παρόν είναι ένα πολύσημο υφαντό, είναι μια «γλώσσα» δηλαδή εντός εισαγωγικών, όπως θα καταλάβετε όταν διαβάσετε το βιβλίο.
Και οπωσδήποτε καταλαβαίνω ότι η ανάγκη αυτή της Πολιτοπούλου, που ανάγεται σε ανάγκη πολιτικής πράξης, έχει ως αποτέλεσμα το μυστικό που αποκαλύπτει στο βιβλίο απαντώντας στην ερώτηση:
   Πώς δεν γερνάει κανείς ποτέ;
   Όταν το μυαλό του παράγει φρέσκιες ιδέες και είναι η ψυχή του στραμμένη στη χαρά.
Με αυτή την ευχή για τη Μαρλένα, για όλους μας, να ευχηθώ όλοι μας, ο καθένας μας και όλοι μαζί ως κοινωνία να πάψουμε να κρατάμε ό,τι μας κρατά καθηλωμένους.
Κεχαγιόγλου Ελένη
Το παραπάνω κείμενο της κ. Ελένης Κεχαγιόγλου γράφτηκε για την παρουσίαση του βιβλίου στο εντευκτήριο του περιοδικού "ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ" των Άσπρων Σπιτιών τον Ιανουάριο του 2016 και διαβάστηκε από τον Γιώργο Θεοχάρη λόγω κωλύματος - εξ αιτίας γρίπης - της Ε.Κ.


Η Μαρλένα Πολιτοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιογράφησε σχεδόν είκοσι χρόνια σε εφημερίδες (Η ΑΥΓΗ, ΤΑ ΝΕΑ) και στο ραδιόφωνο (ΕΡΑ). Δίδαξε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στα Τμήματα Επικοινωνίας και ΜΜΕ. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα και νουβέλες. Μεταφράζει από τα γερμανικά. Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά της Η μνήμη της πολαρόιντ και Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά. 

Η Ελένη Κεχαγιόγλου γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1969. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Υποψήφια διδάκτωρ του Παν/μίου Αιγαίου, με θέμα "Το θέατρο στην εκπαίδευση", το 2004 ήταν στη συγγραφική ομάδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου γράφοντας για τη Θεατρική Παιδεία στην "Ανάπτυξη των Αναλυτικών Προγραμμάτων Σπουδών". Από το 1997 εργάζεται ως επιμελήτρια κειμένων, ενώ από το 1997 έως το 2001 δίδαξε λογοτεχνία στην Ανώτερη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου. Το 2003-2004 ήταν υπεύθυνη εκδόσεων του προγράμματος "Εξειδίκευση και Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών" στο Πανεπιστήμιο Αθήνας, και από το 2007 έως το 2010 υπεύθυνη του τμήματος λογοτεχνίας στις εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα". Από το 2006 διδάσκει επιμέλεια στο Εργαστήρι του Βιβλίου του ΕΚΕΒΙ. Έχει επίσης διδάξει σε σχετικά σεμινάρια στο ΕΚΕΜΕΛ. Σήμερα εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη. Έχει εργαστεί ως παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών σε σταθμούς των Ιωαννίνων και στον Βήμα 99,5 FM, και συνεργάζεται με τα περιοδικά "Διαβάζω" και "Index".

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ που μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερο για μικρούς και μεγάλους με ένα βιβλίο των εκδόσεων "ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ"


ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
που μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερο 
για μικρούς και μεγάλους με ένα βιβλίο 
των εκδόσεων "ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ"

Αγαπητοί φίλοι
επειδή δεχόμαστε πολλές ερωτήσεις για τον τρόπο που μπορεί κάποιος να προμηθευτεί τα βιβλία μας και δεν βρίσκεται στη Λιβαδειά σας ενημερώνουμε ότι:

1) Οι εκδόσεις μας έχουν ως κεντρικό διακινητή τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ αλλά και την εταιρεία εμπορίας βιβλίων ΠΑΡ' ΗΜΙΝ (Ελ. Τζανακάκης).

2) με ένα τηλέφωνο ή mail στο βιβλιοπωλείο μας θα τα έχετε στο σπίτι σας την επόμενη ημέρα με αντικαταβολή και τα μεταφορικά έξοδα θα επιβαρύνουν εμάς.

 3) Οι αγορές και παραγγελίες των εκδόσεών μας από το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ επιβραβεύονται με πολύ μεγάλες εκπτώσεις (από 20 -40%)

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΑΣ. Με κλικ επάνω σε κάθε τίτλο δείτε περισσότερες πληροφορίες

 (2014) Πιστοποιητικά θνητότητας, Θεοχάρης Γιώργος 


(2013)


(2013)


(2011)

Κι έζησαν αυτοί καλύτερα; , Βαρουξή - Μπαδύλα, Γιάννα

(2011)

Τα παιδιά του δράκου , Σκιαδαρέση, Μαρία Ε.

(2010)


(2009)


(2009)

 
Με τον ίδιο τρόπο μπορεί όποιος θέλει μπορεί να μας παραγγείλει και οποιοδήποτε άλλο βιβλίο εκτός από τις εκδόσεις μας. 

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Κυκλοφόρησε από την Άννα Αφεντουλίδου μια συνολική προσέγγιση στην ποιητική του Γιώργου Θεοχάρη με βάση τη συγκεντρωτική έκδοση "Πιστοποιητικά θνητότητας" με εξώφυλλο και τρία ακόμη έργα του ζωγράφου Σπύρου Κουρσάρη


Κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Γαβριηλίδη μια συνολική προσέγγιση στην ποιητική του Γιώργου Θεοχάρη
από την Άννα Αφεντουλίδου με βάση τη συγκεντρωτική έκδοση
"Πιστοποιητικά θνητότητας" εκδ. βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ με εξώφυλλο και τρία ακόμη έργα του ζωγράφου Σπύρου Κουρσάρη


 Η Άννα Αφεντουλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία. Σε μεταπτυχιακό επίπεδο ασχολήθηκε με την ποίηση του Α. Εμπειρίκου και τη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία. Ζει στην Πρέβεζα και εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η ποιητική της συλλογή "Ελλείπον Σημείο" (2010) ήταν στη μικρή λίστα υποψήφιων βιβλίων για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περ. "διαβάζω". Συμμετείχε στην ανθολογία διηγήματος "Θεσσαλονίκη 2012" (Ιανός) καθώς και στην ανθολογία "The Red Thread, Contemporary tales from Athens to Essex" (AutoPrint, Essex 2013). Πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι η ποιητική συλλογή "Ιστορίες εικονικής ισορροπίας" (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013).

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

"Η πολιτεία και η μοναξιά" (1912)


Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!"

Κωστής Παλαμάς (1859 - 1943) 

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Ο νοτιάς θα ’ρχεται πάντα απ’ τη μεριά της θάλασσας


«Ο νοτιάς θα ’ρχεται πάντα απ’ τη μεριά της θάλασσας. θα φέρνει νοτισμένες μυρωδιές – φύκια χλωρά, βρεγμένα καλοκαίρια κι αλάτι θαλασσινό.
Θα κάθεται - η αρμύρα - στις ζαρωμένες γωνιές, ανάμεσα στις μέρες, να τις νοστιμέψει.
Γίνεται ποτέ λίγες μπουκιές θαλασσινός αέρας και δυο στάλες αλάτι να αλλάξουν τη ζωή μας;
Εμείς δεν ανοίξαμε δρόμους. Δε διαβάσαμε όσα ξεχάστηκαν σε έρημους τοίχους. Τρικύμισαν τραγούδια στα χείλη μας; Στύψαμε το μυαλό να στάξει λίγη σκέψη στο ξερό χώμα;
Ποιος τάχα μίλησε με τις παγωμένες σιωπές των βουνών, μ’ αυτούς που κοιμούνται στα βυθισμένα φαράγγια;
Τίποτα! Ξεχαστήκαμε - ένας ύπνος βαθύς. Αμίλητες στρατιές σκυμμένοι.
- Εσύ, τώρα, τι περιμένεις; Το καινούριο φεγγάρι; Λες να χάθηκε; Οι σκυμμένοι αλλάζουν τον κόσμο;

Ο αέρας θα ’ρχεται πάντα απ’ τη μεριά της θάλασσας. Θα φέρνει μυρωδιές κι αλάτι. θα κάθεται - το αλάτι - στις ζαρωμένες μας ώρες.
Τις νύχτες δε θα μας πιάνει ύπνος. Θα ’χουν ανοίξει οι πληγές - ονόματα σωρός και τα ξεχάσαμε».


Νικήτας Παρίσης (1935 -2016)

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Η ομάδα του Μπαλτά για το βιβλίο

Πριν την κοινοποίηση του άρθρου της Σταυρούλας Παπασπύρου λίγα δικά μου λόγια επειδή με αφορά προσωπικά.
Αποδέχτηκα την πρόσκληση - πρόκληση του ΥΠΠΟ με την ιδιότητα του επί 35ετίας μάχιμου βιβλιοπώλη και τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος για την επιβίωση του βιβλίου τελειώνει. Με εδραιωμένη την πεποίθηση ότι η σταδιακή εξαφάνιση των βιβλιοπωλείων που συντελείται με την κατάργηση της Ενιαίας Τιμής, πλήττει ανεπανόρθωτα τον πλουραλισμό και την πολυφωνία στην πνευματική παραγωγή και τελικά την ίδια την υπόσταση της γλώσσας μας.
Η ομάδα δείχνει αποφασισμένη στο σύντομο διάστημα της θητείας της να δουλέψει με τρόπο ώστε και προτάσεις με όραμα να καταθέσει και άμεσα υλοποιήσιμες πολιτικές να προτείνει. 
Ίδωμεν ...
Λαμπρόπουλος Νίκος, βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ



Η ομάδα του Μπαλτά για το βιβλίο

Από την ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Είναι απογοητευτικό. Σε πείσμα των προεκλογικών δεσμεύσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την στήριξη του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και την επαναφορά στην αγορά της ενιαίας τιμής, ο χώρος του βιβλίου παραδέρνει κι από την πλευρά της κυβέρνησης ούτε σχέδια επί χάρτου δεν έχουμε δει.  Κάλλιο αργά, όμως, παρά ποτέ. Πριν από λίγες μέρες συγκροτήθηκε κι επισήμως από το υπουργείο πολιτισμού μια ομάδα εργασίας, ένα είδος γνωμοδοτικής επιτροπής, τα μέλη της οποίας, χωρισμένα σε υπο-ομάδες, επεξεργάζονται ήδη κάποιες προτάσεις που θα μπορούσαν να καταλήξουν στη χάραξη μιας εθνικής πολιτικής: από την δημιουργία ενός καινούριου, μικρότερου ΕΚΕΒΙ μέχρι την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για τα κρατικά βραβεία, κι από την οργανωμένη προώθηση του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό μέχρι προγράμματα φιλαναγνωσίας  στις δημόσιες βιβλιοθήκες.
  
Ποιούς εμπιστεύτηκε ο Αριστείδης Μπαλτάς γι’ αυτόν το σκοπό; Στην επιτροπή συμμετέχουν η Πόλα Καπόλα των εκδόσεων “Νήσος” (στον κατάλογο των οποίων υπάρχουν και δικά του έργα), η Έλενα Πατάκη από τον ομώνυμο οίκο και ο  Περικλής Δουβίτσας της “Νεφέλης”, η επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα θεατρικών σπουδών του Καποδιστριακού Άννα Καρακατσούλη, ο ποιητής Θωμάς Τσαλαπάτης,   οι μεταφραστές Έφη Γιαννοπούλου και Θεόφιλος Τραμπούλης, ο βιβλιοπώλης Νίκος Λαμπρόπουλος (διατηρεί τη “Σύγχρονη Έκφραση” στη Λιβαδειά), ο μπλόγκερ Μιχάλης Καλαμαράς (δημιουργός του  eAnagnostis που ειδικεύεται στις ηλεκτρονικές εκδόσεις), ο βιβλιοθηκονόμος Γιώργος Γλωσσιώτης (μέλος του δ.σ  της Ελληνικής Ένωσης Βιβλιοθηκονόμων) καθώς και η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη, η μόνη που συμμετείχε και στην αντίστοιχη ομάδα εργασίας επί υπουργίας Θάνου Μικρούτσικου, το 1994, στα πορίσματα της οποίας βασίστηκε αμέσως μετά η δημιουργία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Οι παραπάνω δεσμεύτηκαν να καταθέσουν τις προτάσεις τους ως τις 31 Οκτωβρίου. Κι ως τότε θα εργάζονται αμισθί,  πλαισιωμένοι από τέσσερις υπαλλήλους του ΥΠΠΟ, στους οποίους συγκαταλέγεται πλέον και το πρώην στέλεχος του ΕΚΕΒΙ Σωκράτης Καμπουρόπουλος.
  
Το σίγουρο είναι πως η βιαστική ενσωμάτωση του ΕΚΕΒΙ στο απογυμνωμένο από πόρους και προσωπικό Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, αποδείχτηκε αδιέξοδη. Σήμερα, η biblionet υπολειτουργεί, προγράμματα που έτρεχαν με κοινοτικά κονδύλια έχουν ακυρωθεί και τα περιουσιακά στοιχεία του ΕΚΕΒΙ σαπίζουν σε αποθήκες, όπως ομολόγησε πρόσφατα ο νέος επικεφαλής του ιδρύματος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς.  
Πώς θα μπορούσε, κάτω από τόσο ασφυκτικές οικονομικές συνθήκες, να συσταθεί και πάλι ένα θεσμικό όργανο με αρμοδιότητες για την πολιτική βιβλίου;  Το σίγουρο είναι πως η βιαστική ενσωμάτωση του ΕΚΕΒΙ στο απογυμνωμένο από πόρους και προσωπικό Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, αποδείχτηκε αδιέξοδη. Σήμερα, η biblionet υπολειτουργεί,  στατιστικά στοιχεία για την βιβλιοπαραγωγή δεν δίνονται, έρευνες για τις αναγνωστικές συνήθειες ή για τα οικονομικά του βιβλίου δεν εκπονούνται, προγράμματα που έτρεχαν με κοινοτικά κονδύλια, όπως αυτό της Φιλαναγνωσίας, έχουν ακυρωθεί και τα περιουσιακά στοιχεία του ΕΚΕΒΙ, από τα αρχεία του ως τις βιβλιοθήκες του, σαπίζουν σε αποθήκες, όπως ομολόγησε πρόσφατα ο νέος επικεφαλής του ιδρύματος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Η διοργάνωση της έκθεσης της Θεσσαλονίκης και η συμμετοχή της Ελλάδας στις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις γίνονται με ψίχουλα, εκ των ενόντων, ενώ και τα κίνητρα για την μετάφραση ελληνικών έργων σε ξένες γλώσσες έχουν καταργηθεί προ πολλού.
  
Εν τω μεταξύ, στο μέτωπο της αγοράς, τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία της επαρχίας είτε κλείνουν είτε κρατιώνται όρθια με νύχια και με δόντια, αδυνατώντας ν’ ακολουθήσουν τις εκπτωτικές πολιτικές των ισχυρότερων. Ορισμένα μάλιστα έχουν φτάσει στο σημείο να κάνουν τις προμήθειές τους από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο της “Πολιτείας”, καθώς εκεί βρίσκουν τιμές χαμηλότερες και της χοντρικής. Αν μη τι άλλο, μετά την πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή Γιώργου Γραμματικάκη (Ποτάμι) να καταθέσει τον Μάιο σχετικό ερώτημα προς την Κομισιόν, φαίνεται ν’ ανοίγει ένα παραθυράκι για να τεθεί ξανά στο τραπέζι με τους δανειστές μας το ζήτημα της ενιαίας τιμής. Πώς θα τους πείσουμε ότι, με την κατάργησή της, η αγορά πήγε χειρότερα; Έχουμε  θεμελιωμένα επιχειρήματα; Υποτίθεται ότι ως τα τέλη Οκτωβρίου θα διαθέτουμε.
Πηγή: www.lifo.gr

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ: Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και μέσα επικοινωνίας στο Παρίσι. Εχει δουλέψει στην"Αυγή" και την "Ελευθεροτυπία", σε περιοδικά ("Τέταρτο", "Αντί", " Σχολιαστής", "Μετρό", "ΜΕΝ", "Vogue" κα) και σε τηλεοπτικές εκπομπές ("Βιβλιόραμα", "Αξιον Εστί", "Εχει γούστο", κ.α) καλύπτοντας κυρίως θέματα βιβλίου. Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Μια ιστορία! Απλή. (Ανέκδοτο διήγημα της Ελένης Πριοβόλου)


Μια ιστορία! Απλή.
της Ελένης Πριοβόλου

Η γριά Αστερία-Αστέρω κατά την αντίληψη των συγχωριανών- ανέβαινε κάθε μέρα στο παλιό εγκαταλειμμένο χωριό!
Αυτό λόγιαζε για τόπο της και ας κατοικούσε στο καινούριο χωριό από το ‘48.
Εκεί άφησε τις παιδικές της μνήμες-κάτι φωτοσκιάσεις ξυπόλυτες μα γελαστές-εκεί τους φόβους της  εκεί τις ψυχές των γονιών της που σφαγιάστηκαν στον εμφύλιο από τους Χίτες.
Δυο ώρες δρόμος, ανηφορικός μα δεν τον καταλάβαινε! Γερή κράση. Τα γόνατα λίγο την σταματούσαν αλλά η καρδιά της είχε μεγάλες αντοχές.
«Όταν την καρδιά την ταΐζεις αγάπη, γίνεται γερή σαν το μάλαμα. Αν την ταΐζεις κακία τότε φουσκώνει σα μπαλόνι και σκάει», έλεγε χαριτολογώντας στον αγροτικό γιατρό που την εξέταζε.
Τη συνάντησα στην αρχή της διαδρομής. Για το αληθές της έστησα καρτέρι πληροφορημένη πως πάει κάθε μέρα στο παλιό χωριό –το φάντασμα κατά τα παιδιά-για να ρίξει σπονδές στους νεκρούς της.
«Εσύ που πάς;»
Με ρώτησε σα να ήθελε να μου κάνει έλεγχο.
«Πάω στο χωριό φάντασμα!»
«Φάντασμα είσαι και φαίνεσαι», μου απάντησε και προπορεύτηκε.
Την έφτασα. Και μήπως μπορούσα; Έφευγε αέρας γριά γυναίκα.
«Μη με παρεξηγείς κυρούλα. Μου είπαν ότι εσύ θα μου δείξεις τα κατατόπια.»
«Και τι να τα κάνεις;»
«Έχω κάτι εκεί. Μια κληρονομιά!
Στάθηκε. Γύρισε, με κάρφωσε με το βλέμμα. Βλέμμα κεραυνός. Σαΐτα.»
«Ποιανού είσαι και κληρονόμησες στο Πάνω!
Εννοούσε το πάνω χωριό.
«Είμαι εγγονή το δασκάλου. Του Αλέκου…
Δεν πρόφτασα να πω επίθετο και στάθηκε. Με κομμένη την ανάσα μου μίλησε.
«Του κυρ Αλέκου; Του δασκάλου μου; Τι λες κοπέλα μου; Έλα, έλα δω να σε πάω γω μέχρι την πόρτα. Είναι το μόνο σπίτι στο χωριό που δεν μπήκανε διάολοι. 
Κατά τη διάρκεια της ανηφορικής διαδρομής μου εξομολογήθηκε τα πάντα. Όσα ήθελα να μάθω. Δεν τη διέκοψα ούτε λεπτό. Ρουφούσα λέξεις και αναπνοές. Ρυθμός συρτός ενίοτε μπάλος. Άλλοτε τσάμικος αργός, όταν έμπηγε το μαχαίρι στο κόκκαλο.
«Ήτανε μέσα στο αδελφοσκοτωμό. Φόβος; Να τρέμει το φυλλοκάρδι σου  μέρα  νύχτα.  Οι Χίτες είχαν αρχίσει τα αίσχη τους. Κατέβαιναν οι αντάρτες τους λιανίζανε και ξανά μανά από την αρχή. Την πλήρωναν οι φαμελίτες. Έτσι φάγανε τον πατέρα μου και τη μάνα μου, επειδή βοηθούσαν τους αντάρτες να ξεπαστρέψουνε το Γερμανό. Μείναμε μοναχά μας τρία παιδιά με τον παππού και τη γιαγιά. Άσε τι να λέω πίνα και των γονέων. Ώσπου μια μέρα, χειμώνας, νύχτα, ένας αέρας ένα κρύο ένα κακό, ακούστηκε θόρυβος ίσαμε τα ουράνια. «Ξαναφέρανε τους γερμανούς», είπε ο πάππος, «ια να μας γλυτώσουνε από τους δοσίλογους». Σε λίγο άρχισε να χτυπάει η καμπάνα. Συνέχεια χτυπούσε στην κατοχή. Ακούγαμε καμπάνα και λέγαμε για κακό είναι. Και όμως ήταν για κακό αυτή τη φορά. Έπεσε λέει ένας βράχος, ξεκόλλησε από το φρύδι του βουνού-βλέπεις κει πάνω το βουνό-και πλάκωσε μια στάνη. Να μένουμε στην εκκλησία επειδή θα πέσει ολόκληρο το βουνό και κει που είναι η εκκλησία δεν έχουμε ανάγκη. Ο δάσκαλος φώναζε: « ψέματα, ψέματα! Εγώ από το σπίτι μου δε βγαίνω.»  Κράτησε μέσα τη φαμίλια. Τη μάνα σου εννιά χρονώ και το θειό σου έντεκα. Παίζαμε με τα παιδιά του δασκάλου. Ε, τι να μολογάω. Την άλλη μέρα μας στείλανε τα ΤΕΑ. Για προστασία τάχα. Το δάσκαλο τον πιάσανε και τον στείλανε εξορία. Κλείσανε τα παιδιά στη Παιδούπολη, ούτε τα ματάδαμε. Χήρος ήτανε ο δάσκαλος. Η βάβω σου έφυγε από τύφο μέσα  στην Κατοχή. Άμα ήθελε ας μίλαγε κανένας. Μας λέγανε ότι θα πέσει το βουνό. Να αφήσουμε τα σπίτια μας και να κατεβούμε στην κοιλάδα. Δύσκολο να αφήσεις τη ζωή σου. Αμά πέφτανε συνέχεια κοτρώνες. Όταν έβρεχε και μπουμπούνιζε έρχονταν τα λιθάρια κατεβασιά.  Πιστέψαμε. Πήραμε τα πράματά μας, τα φορτώσαμε και φύγαμε. Μας έδωσε το κράτος γη, φτιάξαμε σπίτια, τι σπίτια! Ήρθε ένας εργολάβος, πήρε τα μέτρα και τα έκανε όλα μια κοψιά. Που εκείνα τα σπίτια που κάνανε οι πετράδες! Με τα χρόνια μάθαμε την αλήθεια. Όταν γύρισε ο δάσκαλος από το ξερονήσι μας τα είπε. Τα τόπια στο κάτω χωριό ανήκανε σε έναν παράγοντα και τσιφλικά. Τα έκανε με το κράτος πλακάκια και το  έπεισε με τους  μεσάζοντες να τα δώσει για απαλλοτρίωση και να πιάσει την αποζημίωση. Δε λέω όνομα. Γιατί η φαμίλια είναι σήμερα μεγάλη και τρανή. Ε, αυτός έστειλε τα ΤΕΑ- να μας φυλάνε τάχα- αλλά αυτοί οι ίδιοι  ρίχνανε τη νύχτα τις κοτρώνες για να μας πείσουν ότι θα πέσει το βουνό στα κεφάλια μας.  Να ποιοί μας κυβερνάνε ακόμα.
Φτάσαμε! Σπίτια ανάερα τοποθετημένα στις μνήμες. Δίπατοι πέτρινοι σκελετοί. Με λότζιες, φουρναριά, χαγιάτια. Χαμένα στις διαθέσεις των καιρών. Από κάθε άνοιγμα ξεπετιούνταν κλαριά από αλυγαριές, αγριοσυκιές, αμυγδαλιές. Σπίτια σκέλεθρα βορά της άγριας χλωρίδας. Μουριές, αμυγδαλιές και καρυδιές. Παντού πέτρα και χώμα.  Κοπάδια αγριοκάτσικα βοσκούσαν αμέριμνα μέσα στα σπίτια.
Ήσυχος που ήταν ο θάνατος! Μονάχα τα τζιτζίκια δε σταματούσαν το κρετσέντο.
Μου έδειξε το σπίτι του παππού. Άθικτο. Θα έλεγα, τηρουμένων των αναλογιών.
«Οι άλλοι, οι έξυπνοι, ήρθαν και έβγαλαν τα πορτοπαράθυρα για να τα χρησιμοποιήσουν. Ο δάσκαλος τα άφησε. Κλειδαμπάρωσε απλώς το σπίτι του και έφυγε. Κανένας δεν αποκότησε να το διαγουμίσει. Μα εσύ, της πόλης μου φαίνεσαι. Τι δουλειά έχεις εδώ.
Την κοίταξα. Δεν είχα κανένα λόγο να μασήσω τα λόγια μου.»
«Δεν έχω σπίτι ούτε δουλειά», είπα. «Ότι μου έχει απομείνει είναι αυτό το σπίτι και το κτήμα!»
«Ένεκα η κρίση καθώς λέει η τηλεόραση;  Αχ! Να μας κόψανε τις συντάξεις. Δε πάει στο καλό. Την υγειά μας να έχουμε. Και τι θα κάνεις κοπέλα μόνη δω πάνω.»
«Θα αναστήσω τους πεθαμένους», είπα γελώντας. «Θα δω. Θα το μελετήσω.»
Είδα και μελέτησα. Το εγκαταλειμμένο χωριό είχε νερό. Όλα τα άλλα θα τα έκανα σιγά! Είχα ένα τίποτα και βρέθηκα με κάτι.
Αμυγδαλιές, καρυδιές και θέληση. Χρειάστηκε χρόνος και δουλειά. Αμά το πείραμα άρχισε να πετυχαίνει, όταν μια ομάδα αρχαιολόγων ήρθε μετά από εκκλήσεις στην "πολιτεία των νεκρών", να αναπαλαιώσει το ναό των Ταξιαρχών του 12ου αιώνα,-άγνωρη εκκλησιά- και ο εγγονός της κυρά Αστερίας ήρθε να ανοίξει τον καφενέ του προπάππου του!
Ένεκα η κρίση! 

Η Ελένη Πριoβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου. 
Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Γράφει αναζητώντας την ευρυθμία και την καθαρότητα του λόγου. Η τάση να αναπαριστά με σύμβολα τον κόσμο τη στράτευσε στο παραμύθι, το οποίο υπηρετεί επί είκοσι τρία έτη.Αγαπάει πολύ τα παιδιά και στα βιβλία της προσπαθεί να πλησιάσει τον παιδικό κόσμο και την ευαίσθητη παιδική ψυχή. 
Το μυθιστόρημά της για ενήλικες, "Όπως ήθελα να ζήσω" (Καστανιώτης, 2009) τιμήθηκε το 2010 με το "Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ". Έχει καταθέσει δεκαοχτώ βιβλία για παιδιά και εφήβους και τρία μυθιστορήματα για μεγάλους.

Με κλικ ΕΔΩ ανατρέξτε στην ενότητα ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΕΡΓΑ και διαβάστε αδημοσίευτα διηγήματα γνωστών συγγραφέων που τα εμπιστεύονται στο blog του βιβλιοπωλείου μας.