Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Confiteor: Φιλόδοξο, συναρπαστικό μυθιστόρημα, που καταπιάνεται με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής - την εξουσία, τον πόνο, τη μεταμέλεια, το κακό και την εξιλέωση, την εκδίκηση, την αγάπη, την ενοχή και τη συγχώρεση -, με υπέροχη γλώσσα και μια εντυπωσιακή πλοκή.


Confiteor
Ζάουμε Καμπρέ
μετάφραση:
 Ευρυβιάδης Σοφός
Πόλις
, 2016
736 σελ.
Τιμή € 22,00


Βαρκελώνη, δεκαετία του ’50. Ο νεαρός Αντριά μεγαλώνει ανάμεσα σ’ έναν πατέρα που θέλει να του δώσει μόρφωση αναγεννησιακού ανθρώπου, να τον κάνει γνώστη πολλών γλωσσών, και μια μητέρα που τον προορίζει για την καριέρα δεξιοτέχνη βιολονίστα. Ο Αντριά, ευφυής, μοναχικός και υπάκουος, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις υπέρμετρες και αντιφατικές φιλοδοξίες των γονιών του, ώς τη στιγμή που ανακαλύπτει την ύποπτη προέλευση του οικογενειακού πλούτου και άλλα ανομολόγητα μυστικά. Πενήντα χρόνια μετά, ο Αντριά, λίγο πριν χάσει τη μνήμη του, προσπαθεί να ανασυνθέσει την οικογενειακή ιστορία, ενώ γύρω από ένα εκπληκτικό βιολί του 18ου αιώνα διαπλέκονται τραγικά επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, από την Ιερά Εξέταση ώς τη δικτατορία του Φράνκο και τη ναζιστική Γερμανία, με αποκορύφωμα το Άουσβιτς, το απόλυτο κακό.

Φιλόδοξο, συναρπαστικό μυθιστόρημα, που καταπιάνεται με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής -την εξουσία, τον πόνο, τη μεταμέλεια, το κακό και την εξιλέωση, την εκδίκηση, την αγάπη, την ενοχή και τη συγχώρεση-, με υπέροχη γλώσσα και μια εντυπωσιακή πλοκή.

Το "Confiteor" έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων το βραβείο Κριτικών Serra d’Or 2012, το βραβείο M. Angels Anglada 2012, το βραβείο La tormenta en un Vaso 2012, το βραβείο Crexells 2012, το βραβείο Courrier International για το καλύτερο ξένο μυθιστόρημα του 2013.

Μεταφράστηκε σε δεκαπέντε γλώσσες και σημείωσε παντού ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία, πουλώντας πάνω από 1.000.000 αντίτυπα.




Η ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ έγραψε για το βιβλίο
Πηγή: www.lifo.gr

Το όνομα του συγγραφέα – Ζάουμε Καμπρέ- σου είναι άγνωστο. Ο αριθμός των σελίδων –πάνω από οχτακόσιες- μοιάζει τρομακτικός. Ο κατάλογος με τα ονόματα των ηρώων στο τέλος, ανάλογα με την εποχή στην οποία ζωντανεύουν, προκαλεί ίλιγγο. Kι όμως, στον ωκεανό του "Confiteor" (μετ. Ε. Σοφός, εκδ. Πόλις) σε περιμένει ένα από τα συναρπαστικότερα ταξίδια σου! Το νήμα της αφήγησης κρατάει ένας ηλικιωμένος, γεμάτος ενοχές άντρας, που νιώθει πως κουβαλάει το βάρος ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ένας καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης που, μικρός, στη δεκαετία του ΄50, κρεμιόταν από τη βιβλιοθήκη του πατρικού του σαν το αγόρι της φωτογραφίας στο εξώφυλλο. Η πλοκή αυτού του μεγάλου από κάθε άποψη έργου καλύπτει πέντε αιώνες φρίκης - από τα χρόνια της Ιεράς Εξέτασης ως το κολαστήριο του Άουσβιτς. Το υλικό του θα μπορούσε κάλλιστα να διοχετευτεί σε μια διατριβή για το Κακό. Στην πραγματικότητα, εν τούτοις, είναι ένα μνημείο διεξιοτεχνίας, ένα στοχαστικό μυθιστόρημα με απίστευτα αφηγηματικά κόλπα, δοσμένο σαν την ομολογία ενός μετανοούντος και σαν μια απέραντη ερωτική εξομολόγηση ταυτόχρονα.   

«Το να γεννηθώ σ' αυτήν την οικογένεια ήταν ένα ασυγχώρητο λάθος», επιμένει να επαναλαμβάνει ο Αντριά Αρντέβολ, καθώς, πριν το Αλτσχάιμερ κυριεύσει απ' άκρη σ' άκρη το μυαλό του, πιάνει να γράψει στη γυναίκα της ζωής του, τη Σάρα, τις αναμνήσεις και τα πεπραγμένα του. Μεγαλωμένος χωρίς αγάπη, από έναν πατέρα που ήθελε να τον κάνει κορυφαίο γλωσσολόγο και μια μητέρα που τον ονειρευόταν κορυφαίο βιολιστή, ο Αντριά βλέπει αναδρομικά την παιδική του ηλικία σαν διαφάνειες από πίνακες του Χόπερ, διαποτισμένες από την ίδια κολλώδη και μυστηριώδη μοναξιά. «Βλέπω τον εαυτό μου σαν μια από αυτές τις φιγούρες που κάθονται σε ξέστρωτο κρεβάτι, μ' ένα βιβλίο παρατημένο σε μια γυμνή καρέκλα ή που κοιτούν από το παράθυρο ή κάθονται δίπλα σ' ένα λιτό τραπέζι και παρατηρούν τον άδειο τοίχο. Διότι τα πάντα στο σπίτι γίνονταν ψιθυριστά...».  

Γαντζωμένος στις αναμνήσεις του Αντριά, γίνεσαι μάρτυρας αλλεπάλληλων δραματουργικών ανατροπών, βλέπεις το "Confiteor" να μεταλλάσσεται από μυθιστόρημα ενηλικίωσης σε αστυνομικό θρίλερ στοιχειωμένο από μεταφυσικές ανησυχίες και φιλοσοφικούς προβληματισμούς, και με τη σειρά σου δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς: πού εδρεύει το κακό; Είναι άραγε σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση;  

 Τότε ακόμα, ο Αντριά, στο πρόσωπο του πατέρα του, πέρα από έναν απόμακρο δυνάστη, αναγνώριζε έναν παθιασμένο συλλέκτη κι έναν εξαιρετικά επιτυχημένο αντικέρ. Σύντομα, ωστόσο, θ' ανακαλύψει ότι ο ο τελευταίος -που έμελλε να βρεθεί άγρια δολοφονημένος- ήταν άνθρωπος χωρίς αναστολές. Ότι ήταν ικανός να εκμεταλλευτεί τους πάντες για να εμπλουτίσει τη συλλογή του και να τονώσει την οκογενειακή επιχείρηση: να καταδόσει αντιφρονούντες επί δικτατορίας του Φράνκο, να ληστέψει Εβραίους που τρέπονταν σε άτακτη φυγή, να εκβιάσει ναζί που μεταπολεμικά δραπέτευαν οργανωμένα από την Ευρώπη, να επωφεληθεί από κάθε κατεστραμμένο που χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. «Είμαι γιός του πατέρα μου και το αίμα των αμαρτιών του θα τρέχει στις φλέβες των παιδιών του και των παιδιών των παιδιών του ως την έβδομη γενιά», γράφει τώρα ο Αντριά, καθώς ανακαλεί την εποχή που παραμέρισε τις φιλοδοξίες των δικών του κι έβαλε στόχο να μελετήσει την ιστορία της ανθρώπινης σκέψης και των εκφάνσεων του Κακού ανά τους αιώνες, αναζητώντας έτσι την προσωπική του λύτρωση.   

Το κρίμα που βαραίνει τον ίδιο πάνω απ' όλα, έχει να κάνει μ' ένα πολύτιμο έργο τέχνης, ένα βιολί Στοριόνι, το μόνο από τα πατρογονικά κειμήλια που είχε ορκιστεί να μην αφήσει από τα χέρια του. Το δέσιμό του μ' αυτό το βιολί ήταν που καθόρισε και τη σχέση του με τη Σάρα, την γυναίκα με το θλιμένο βλέμμα που επί τριάντα χρόνια μπαινόβγαινε στην ζωή του και στην οποία στάθηκε ανίκανος ν' ανταποδώσει την ευτυχία που του χάρισε. Κι είναι ακριβώς η ιστορία αυτού του βιολιού, του σημαδεμένου από δυστυχίες και από αίμα, που χρησιμοποιεί ως συγκολλητική ουσία ο Ζάουμε Καμπρέ για να ζωντανέψει επεισόδια από τις σκοτεινότερες περιόδους της ευρωπαϊκής ηπείρου όπως προκύπτουν από τα διαβάσματα, τις εμπειρίες και την οργιώδη φαντασία του κεντρικού του ήρωα.   Καταλανός ως το μεδούλι, γεννημένος το 1947, ο Ζάουμε Καμπρέ έζησε τον ισπανικό εμφύλιο μέσα από τα μάτια των γονιών του, σπούδασε καταλανική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης κι έχει στο ενεργητικό του από μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα μέχρι σενάρια για σαπουνόπερες...   


Από τις σελίδες του "Confiteor" ξεπροβάλλουν άτεγκτοι ιεροεξεταστές και αμετανόητοι αξιωματούχοι του Τρίτου Ράιχ, διεφθαρμένα στελέχη της πολιτικής εξουσίας και του Βατικανού, γιατροί που προδίδουν τον όρκο τους και επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος που στη συνέχεια αυτοκτονούν, ιερείς που αφήνουν το ράσο για το τουφέκι ή αφοσιώνονται στον θεό του χρήματος, εγκληματίες που υποτροπιάζουν κι εγκληματίες που αγωνίζονται εις μάτην να εξιλεωθούν... Κι όλοι, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να συνυπάρξουν και να "συνομιλήσουν" μεταξύ τους, ακόμα και μέσα στην ίδια παράγραφο!   


Διασχίζοντας αβυσσαλέες χρονικές αποστάσεις, ελισσόμενος διαρκώς ανάμεσα στην πρωτοπρόσωπη και την τριτοπρόσωπη αφήγηση και δίνοντας φωνή ως και σε άψυχα αντικείμενα, ο Καμπρέ απλώνει τα πλοκάμια της ιστορίας του προς κάθε κατεύθυνση: από τη Βαρκελώνη του σήμερα στη Ρώμη του μεσοπολέμου, από ένα μεσαιωνικό μοναστήρι στη Ζιρόνα σε μια αίθουσα συναυλιών του Παρισιού, από το στρατόπεδο του Άουσβιτς σ' έναν λόχο παρτιζάνων στη Σλοβενία, από τους Αγίους Τόπους σ' έναν προσφυγικό καταυλισμό στην Αφρική... Όσα πετάγματα, όμως, κι αν κάνει, όσες εποχές και πρόσωπα κι αν βάζει να διασταυρωθούν- ανάμεσά τους και πρόσωπα υπαρκτά όπως Ρούντολφ Ες ή ο Αϊζάια Μπερλίν- δεν χάνεις ποτέ τον προσανατολισμό σου. Γαντζωμένος στις αναμνήσεις του Αντριά, γίνεσαι μάρτυρας αλλεπάλληλων δραματουργικών ανατροπών, βλέπεις το "Confiteor" να μεταλλάσσεται από μυθιστόρημα ενηλικίωσης σε αστυνομικό θρίλερ στοιχειωμένο από μεταφυσικές ανησυχίες και φιλοσοφικούς προβληματισμούς, και με τη σειρά σου δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς: πού εδρεύει το κακό; Είναι άραγε σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση; Αν υπάρχει Θεός, γιατί η αδιαφορία του για το κακό είναι τόσο σκανδαλώδης; Γιατί συνεχίζουμε να αλληλοσκοτωνόμαστε; Και πώς γίνεται μέσα από τόση σκληρότητα, τόσους πολέμους, τόσα πογκρόμ να εξακολουθούν να γεννιώνται και τόσο σπουδαία έργα τέχνης;   


Καταλανός ως το μεδούλι, γεννημένος το 1947, ο Ζάουμε Καμπρέ έζησε τον ισπανικό εμφύλιο μέσα από τα μάτια των γονιών του, σπούδασε καταλανική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης κι έχει στο ενεργητικό του από μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα μέχρι σενάρια για σαπουνόπερες. Όπως έχει δηλώσει, το πάθος του ν' αφηγείται ιστορίες οφείλεται στην αγάπη που τρέφει για τη γλώσσα του. Μια γλώσσα απαγορευμένη, όχι μόνο επί Φράνκο, αλλά και παλιότερα ακόμη, η οποία μπορεί να μιλιέται από εκατομμύρια ανθρώπους αλλά δεν έχει πίσω της –όπως θα επιθυμούσε ο ίδιος- ένα κράτος να την στηρίζει και να την προωθεί. Διόλου τυχαίο που σ' ένα σημείο του βιβλίου του, ένας από τους ήρωες κραυγάζει: «Γι' αυτό είμαι Εβραίος, όχι λόγω καταγωγής απ' όσο ξέρω, αλλά από επιλογή, όπως πολλοί Καταλανοί που νιώθουμε σκλάβοι στη γη μας και ξέρουμε τι θα πει διασπορά, μόνο και μόνο επειδή είμαστε Καταλανοί...». Έργο ωριμότητας, το "Confiteor" πρωτοκυκλοφόρησε το 2011 και στη συνέχεια, έχοντας αποσπάσει κάμποσες διακρίσεις, μεταφράστηκε σε δεκαπέντε γλώσσες σημειώνοντας πωλήσεις που ξεπερνούν συνολικά το ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Τώρα μαθαίνω πως είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Καμπρέ που κυκλοφορεί στα ελληνικά. Προηγήθηκε το "Οι φωνές του ποταμού Παμάνο" (εκδ. Πάπυρος). Τρέχω να το πάρω! 

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Το μυστικό μου ήταν να ξέρω να λέω όχι ! ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ 39 χρόνια μετά ...





Μαρία Κάλλας 39 χρόνια μετά. Έφυγε σαν σήμερα 16 Σεπτεμβρίου 1977 
Πηγή:
12+1 μύθοι του 20ου αι.
επιλογή κειμένων:Ελευθερία Σαχίνογλου
Ημερολόγιο 1999 εκδ. ΕΛΙΞ


Η Μαρία Κάλλας τραγουδά Carmen HABANERA στο Κόβεντ Γκάρντεν

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

"ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ" το βιβλίο που μιλά στα παιδιά για την προσφυγιά χαρακτηρίστηκε ως το σημαντικότερο εικονογραφημένο βιβλίο της χρονιάς. Δώστε το στα παιδιά σας. Κάντε τη διαφορά

Το βιβλίο των Εκδόσεων Πατάκη "ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ" που μιλά στα παιδιά για την - αναγκαστική λόγω πολέμων - προσφυγιά χαρακτηρίστηκε από το περιοδικό Publishers Weekly ως το σημαντικότερο εικονογραφημένο βιβλίο της χρονιάς.


Το ταξίδι : Φραντζέσκα Σάννα
μετάφραση: Μαρία Παπαγιάννη
Εκδόσεις Πατάκη, 2016
Τιμή € 11,90
Πώς είναι να τ΄ αφήνεις όλα πίσω σου και να ταξιδεύεις για έναν τόπο ξένο• έναν τόπο που
 δε γνωρίζεις; Μια μητέρα και τα δυο της παιδιά ξεκινούν ένα τέτοιο ταξίδι. Ένα ταξίδι
γεμάτο φόβο για το άγνωστο αλλά και γεμάτο ελπίδα.
Μια ιστορία βασισμένη πάνω σε πολλές μικρές ιστορίες ανθρώπων που αναγκάστηκαν να
 αναζητήσουν ένα καινούριο σπίτι. Αυτή τη μία ιστορία, τη φτιαγμένη από πολλές, η 
Φραντσέσκα Σάννα την ακουμπάει στο στόμα ενός μικρού παιδιού που με τη σειρά του θα
 την αφηγηθεί για χάρη όλων των παιδιών που βασανίζονται στην εποχή μας ταξιδεύοντας
 για εκεί που δε θα φοβούνται πια.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

11 Σεπτεμβρίου 1943. Δε ξεχνάμε τα 10 κρεμασμένα παλληκάρια της Λιβαδειάς από τους Ναζί και τους χαφιέδες συνεργάτες τους.


11 Σεπτεμβρίου 1943
Διανύουμε την έβδομη δεκαετία από την ημέρα που η θηριωδία των φασιστών ΝΑΖΙ και των κουκουλοφόρων χαφιέδων συνεργατών τους έστησε κρεμάλες για 10 παλληκάρια της Λιβαδειάς δείχνοντας γι άλλη μια φορά το ανάλγητο και αποτρόπαιο πρόσωπο του φασισμού.

Η ιταλική συνθηκολόγηση (8 Σεπτεμβρίου 1943) σηματοδότησε την κλιμάκωση της εθνικοαπελευθερωτικής δράσης. Τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου, 400 μαχητές του Τάγματος Παρνασσίδας απέκλεισαν το ιταλικό τάγμα της Αράχοβας και απαίτησαν την παράδοση των όπλων. Την ίδια πρόθεση αφοπλισμού των Ιταλών είχε και το επίλεκτο γερμανικό 18ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών, που κινήθηκε προς την πόλη το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου αγνοώντας τα συμβάντα της προηγούμενης. Με βολές όλμου, τα οχήματα ακινητοποιήθηκαν και ξεκίνησε μια σφοδρότατη μάχη κοντά στα τελευταία σπίτια της Αράχοβας. Το γερμανικό τμήμα αμύνθηκε, σύντομα όμως υπερφαλαγγίστηκε από ένα λόχο ανταρτών της Λιβαδειάς (ΙΙΙ Τάγμα του 34ου Συντάγματος) και ένα ετερόκλητο πλήθος μαχητών απόΔαύλεια, Δίστομο και Στείρι που εκείνη την ημέρα έγραψαν ιστορία:

«Πολλοί πιαστήκανε στα χέρια με τους Γερμανούς. Είδα με τα μάτια μου τον αρχηγό της μαχητικής [ομάδας] του Στειριού, Χρήστος Κατσούλης λεγότανε και ήτανε παλικάρι από τους λίγους που γνώρισα εκείνα τα χρόνια. Πάλευε με ένα Γερμανό και μια να πέφτει κάτω ο Γερμανός, μια ο δικός μας. Για μια στιγμή κατόρθωσε και πετάει το Γερμανό κάτω από τον τοίχο της στροφής και τον σκότωσε. Δίπλα του αμέσως πίσω από την τάφρο φύτρωσε άλλος Γερμανός με το μυδράλιο και άρχισε να μας βάζει. Γυρίζει απότομα ο Κατσούλης και τον σκοτώνει κι αυτόν και μόλις έσκυβε να πάρει το μυδράλιο, τον σκότωσε ένας άλλος Γερμανός. Τον έκλαψε όλη η αρβανιτιά στην περιφέρειά του. Δε γεννιέται εύκολα τέτοιο παλικάρι» (Μαρτυρία Νίκου Καλοπήτα, καπετάνιου 9ου Λόχου, ΙΙΙ/34 Τάγμα Λιβαδειάς ).

Από τους 120 περίπου Γερμανούς επέζησαν μόλις 25, ενώ οι Έλληνες είχαν 7 νεκρούς, οι περισσότεροι «αυτοχειροτονημένοι» πολεμιστές της Αράχοβας. Δεκαπέντε φορτηγά οχήματα-λάφυρα μεταφέρθηκαν στο Κυριάκι κάτω από τις επευφημίες των κατοίκων, ενώ ο αφοπλισμός του ιταλικού τάγματος στη Δεσφίνα συμπλήρωσε μια ανεπανάληπτη νίκη. Είναι ενδεικτικό του κλίματος εκείνων των ημερών πως στις 10 Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί απαγχόνισαν δέκα νεαρούς αντιστασιακούς στη Λιβαδειά θεωρώντας πως επέκειτο ένοπλη εξέγερση στην πόλη!


Πηγή:: Χανδρινός Ιάσονας, «Γερμανική κατοχή, αντίσταση και εμφύλιος πόλεμος στη Βοιωτία (1941-1949)», 2012,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Βοιωτία



Στο βιβλίο ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΕΝ ΛΕΒΑΔΕΙΑ των εκπαιδευτικών Γεωργίου & Φοίβης Μυτιληναίου το "ανοσιούργημα" των ΝΑΖΙ περιγράφεται ως ακολούθως: 



Το βιβλίο του Αριστείδη Ρούσσαρη αφιερωμένο  στο μαρτυρικό Σεπτέμβρη της Λιβαδειάς

Μια από τις μαρτυρίες συγγενών των 10 κρεμασμένων από το βιβλίο του Αριστείδη Ρούσσαρη.  Ο Άγγελος Γαζής θυμάται ...




Αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση αυτή η ανάρτηση στον ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ της Λιβαδειάς την οποία κλείνουμε αναφέροντας τα ονόματα των 10 παλληκαριών θυμάτων της φασιστικής κτηνωδίας.

Σημειώνουμε ότι από τις πληροφορίες που συλλέξαμε υπάρχει διχογνωμία στην ακριβή ημέρα του μαρτυρίου. Κάποιοι μιλούν για 10 και άλλοι για 11 Σεπτεμβρίου. Υιοθετούμε την άποψη του κ. Ρούσσαρη η οποία είναι διασταυρωμένη και από άλλα έγγραφα- ιστορικά ντοκουμέντα που μιλούν για την ημερομηνία αυτή.

Οι δέκα μαρτυρικοί ήρωες ήταν οι εξής:

1)   Λουκάς Ανδρέου Δασόπουλος ή Γκανάς   – ηλικ. 23, εργάτης
2)   Κωνστ. Γεωργίου Σύρος ή Τσίρκας  - ηλικ. 24, αρτεργάτης
3)   Παναγιώτης Ηλία Τσάβας   - ηλικ. 32, εργάτης
4)   Χρίστος Γεωργίου Κουντουργιώτης    - ηλικ. 28, εργάτης
5)   Χαράλαμπος Γεωρ. Γεωργουλής   - ηλικ. 19, κουρέας
6)   Λουκάς Πέτρου Γαμβρίλης  - ηλικ. 34, κουρέας
7)   Παναγιώτης Ελευθ. Γαζής  - ηλικ. 24, ελαιοχρωματιστής
8)   Ανέστης Ιωάν. Ιντζίδης  -  ηλικ. 24, εργάτης
9)   Γεώργιος Αναστασίου Μπότσαρης  - ηλικ. 21, εργάτης
10) Νικόλαος Δημ. Κομπότης   -  ηλικ. 17, εργάτης

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Η ζωή στην παραλία Διστόμου και η βίαιη μετεξέλιξή της σε οικισμό Άσπρων σπιτιών από τις αναμνήσεις μιας γηγενούς

Μια ανάρτησή μας στο f/b με μια παλιά οικογενειακή φωτογραφία στην παραλία Διστόμου πυροδότησε ένα κύμα θετικών αντιδράσεων και σχολίων ενώ μας οδήγησε σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο που δημοσιεύτηκε στο blog  του φίλου Θέμη ΔΙΣΤΟΜΟ το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αναδημοσιεύουμε διατηρώντας τη σύνταξη και την ορθογραφία μαζί με τις φωτογραφίες και τις λεζάντες.

Της Κονδυλίας Περγαντά Σάλμα

Θα προτιμούσα όλα αυτά που σας γράφω να τα μοιραζόμουν μαζί σας κοιτώντας σας στα μάτια. 

Τότε πιστεύω ότι και σεις θα βλέπατε όλα αυτά τα γεγονότα διαφορετικά. 
Επειδή αυτό δεν είναι εύκολο θα σας τα περιγράψω όπως ζωντάνεψαν στη μνήμη μου τον τελευταίο καιρό… 
Η ιστορία, είναι από τα πράγματα που δεν μπαγιατεύουν, παρ όλο που έχουν περάσει 50 χρόνια μπορούμε να την λέμε ξανά και ξανά για να την μαθαίνουν και οι νεώτεροι.
Παραλία Διστόμου, αυτό ήταν το όνομα του χωριού μας.
Τα σπίτια μας ήταν κτισμένα κατά μήκος της παραλίας, δίπλα στην θάλασσα. Πίσω από τα σπίτια μας υπήρχε ένας απέραντος ελαιώνας που άνηκε ένα μέρος σε μας τους μόνιμους κατοίκους και το υπόλοιπο σε κατοίκους του Διστόμου.
Το οικόπεδο το αγόρασαν οι γονείς μου όταν παντρεύτηκαν το 1936, και σιγά – σιγά μέχρι το 1963 που το θυμάμαι εγώ είχαν φτιάξει ένα πανδοχείο της δεκαετίας του 50-60 που τα είχε όλα, καφενείο, μπακάλικο, ξενοδοχείο, δωμάτια για ενοικίαση, εστιατόριο, λουτρά ζεστά με θαλασσινό νερό για τους καλοκαιρινούς παραθεριστές, που κατέβαιναν από το Δίστομο και την Λιβαδειά. Επίσης είχαν κατασκευάσει και ένα κιόσκι για να σερβίρουν τους καλοκαιρινούς μήνες που είχε πολύ κόσμο, το οποίο σώζετε μέχρι σήμερα.
Όλα αυτά έγιναν και με πολύ προσωπική δουλειά.


Δίπλα μας, ήταν το εξοχικό του Μέγα, ενός εμπόρου από την Λιβαδειά, αρχοντικό το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα, γιατί ο ιδιοκτήτης δέχτηκε να το πουλήσει, οπότε δεν το γκρέμισαν.
Από την άλλη πλευρά του σπιτιού μας, ήταν το σπίτι της οικογένειας Καπογιάννη που είχε και αυτή ταβέρνα, καφενείο, δωμάτια για ενοικίαση.
Στη συνέχεια δύο σπίτια της οικογένειας Παπαιωάννου οι οποίοι έμεναν στο Δίστομο και κατέβαιναν τους καλοκαιρινούς μήνες.
Δίπλα από αυτούς, εκεί που είναι τώρα ο Μεδεώνας ήταν το σπίτι της οικογένειας Μίστηλη που είχαν και καφενείο – ταβέρνα, ο παππούς τους πήγαινε για ψάρεμα και είχαν πάντα φρέσκα ψάρια. Είχαν χτίσει καινούργιο σπίτι αλλά δεν πρόλαβαν να εγκατασταθούν.
Η οικογένεια Σ.Πεφάνη η οποία είχε νοικιάσει σπίτι. Επίσης η οικογένεια του Θεόδωρου Νικολάου, που το σπίτι τους ήταν πάνω από το σπίτι του Μέγα, αυτές οι δύο οικογένειες προμήθευαν ψάρια εμάς και τους Διστομίτες.
Λίγο πιο κάτω το σπίτι της οικογένειας Αθ. Νικολάου που είχαν μαγαζί και φορτηγά και δούλευαν στα Μεταλλεία του Μπάρλου για μεταφορά βωξίτη.
Πάρα δίπλα η οικογένεια Καραγιάννη που είχε φορτηγό έκανε μεταφορές και μας προμήθευε εμάς και τους κατοίκους της Αντίκυρας με ότι προϊόντα είχαμε ανάγκη από την Λιβαδειά.
Λίγο πιο κάτω η οικογένεια Βασιλείου που είχε και αυτή φορτηγό για μεταφορά βωξίτη και τσαγκάρικο.
Όλες αυτές οι οικογένειες ήταν πολυμελείς, με παιδιά εγγόνια γαμπρούς νύφες.΄
Όλοι νοίκιαζαν δωμάτια τους καλοκαιρινούς μήνες και γέμιζε το μικρό μας χωριό κόσμο.
Δίπλα και λίγο πιο πάνω από το σπίτι του Μέγα ήταν τα σπίτια του Τιμολέοντα Σφουντούρη, του Τζάθα, του Κουτριάρη, του Παπανικολάου, του Γαμβρίλη του Συμβολαιογράφου του Διστόμου, οι οποίοι έμεναν στο Δίστομο, τα είχαν για εξοχικά και το χειμώνα κατέβαιναν για να μαζέψουν τις ελιές από τα κτήματα τους.
Ένα ρέμα, μας χώριζε κατακόρυφα, από την άλλη πλευρά του ρέματος, το σημερινό κανάλι, υπήρχε το εξοχικό σπίτι του Πέτσαβα, και τελευταίο το σπίτι του Κωσταγιάννη που είχε καφενείο. Αυτά τα δύο σπίτια δεν απαλλοτριώθηκαν και είναι μέχρι σήμερα γιατί ήταν από την άλλη πλευρά του ρέματος.
Από κει και πέρα απλωνόταν οι εγκαταστάσεις των μεταλλείων βωξίτη του Μπαρλου.
Υπάρχει ακόμη ένα μακρόστενο κτήριο που εστεγάζοντο οι εργάτες και οι εργάτριες που ήταν από το Δίστομο και από το Κυριάκι, είχε δύο θαλάμους ανδρών και δυο γυναικών, κουζίνα και ένα γραφείο, επειδή δούλευαν σε 24ωρη βάρδια έμεναν σε αυτό το κτήριο.
Το καράβι ανάλογα με την χωρητικότητα που είχε, έκανε 8-10 μέρες να φορτώσει βωξίτη, οπότε έμεναν εκεί.
Τότε τα πλοία τα φόρτωναν με μαούνες, κρίμα που γκρέμισαν αυτές τις εγκαταστάσεις, πολύ αργότερα βέβαια, όταν πουλήθηκαν και σταμάτησαν να λειτουργούν.
Θα μπορούσαν να παραμείνουν και να γίνει ένα μουσείο μέταλλου, για να το βλέπουν οι νεώτεροι.
Το καράβι άραζε στα 300 – 400μ. από το μόλο ανάλογα με την χωρητικότητα του.
Από τον χώρο της εναπόθεσης του βωξίτη υπήρχαν ράγες και επάνω βαγόνια, φόρτωναν τα βαγόνια με ένα γερανό, κατόπιν τα έσπρωχναν μέχρι το μόλο. Συνήθως αυτή τη δουλειά την έκαναν γυναίκες γιατί ήταν μια δουλεία που δεν ήθελε πολύ δύναμη, οι άνδρες ήταν στο άδειασμα των βαγονιών και στις μαούνες.
Άδειαζαν τα βαγόνια στους μεγάλους κουβάδες που ήταν μέσα στις μαούνες. Πήγαιναν τις μαούνες κοντά στο πλοίο και ανέβαζαν ένα-ένα κουβά επάνω με γερανούς που είχε επάνω το καράβι και έριχναν το βωξίτη στο αμπάρι.

Αυτό ήταν το πατρικό σπίτι μου μέχρι το 1963, κάτω το μαγαζί που είχε και δωμάτια που μέναμε εμείς, και δίπλα το σπίτι που χρησιμοποιούσαμε σαν ξενοδοχείο.
Ζούσαμε απλά, όμορφα και ανέμελα και το μικρό χωριό μας είχε αρχίσει να μπαίνει σε τροχιά τουριστικής ανάπτυξης.
Θυμάμαι, της Αναλήψεως που γιόρταζε το εκκλησάκι που ήταν κρυμμένο μέσα στον ελαιώνα είχαμε πανηγύρι, έρχονταν πολλοί φίλοι, συγγενείς από το Δίστομο.
Το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία, μετά κάναμε το πρώτο μπάνιο είτε είχε καλό καιρό είτε όχι , ήταν έθιμο, το μεσημέρι τρώγαμε όλοι μαζί και το βράδυ τα μαγαζιά είχαν γλέντι με μουσικούς εκείνης της εποχής.


Από την γιορτή της Ανάληψης. Η Νίτσα και Δημήτρης Σφουντούρη, ο Μιλτιάδης και Αντιγόνη Καίλη και η αδελφή της Ερασμία το μικρό παιδάκι είμαι εγώ με κρατάει η θεία μου.

Το καλοκαίρι το χωριό γέμιζε με κόσμο και ειδικά τις Κυριακές. Έρχονταν πολλοί με λεωφορεία ή με φορτηγά.
Πολλοί Λειβαδίτες και Διστομίτες έρχονταν για τις διακοπές τους (το παραθέρι) όπως το λέγανε.
Τους μήνες του καλοκαιριού σχεδόν όλη μέρα είμαστε στη θάλασσα, μαζί με άλλα πολλά παιδιά παίζαμε και τα βράδια μαζεύονταν και οι μεγάλοι και έπαιζαν και αυτοί μαζί μας, κρυφτό, κυνηγητό, ψάξε-ψάξε το δακτυλίδι, την Μπερλίνα και άλλα παιγνίδια της εποχής. Πάρα πολλοί κοιμόντουσαν και έξω στην παραλία, αν και είχαν τα δωμάτια τους, τότε δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος και το διασκεδάζαμε, ειδικά την ώρα που ήταν να στρώσουμε στην παραλία τα στρώματα και τις κουβέρτες για μας τα παιδιά ήταν ένα ακόμη παιγνίδι .
Θυμάμαι, ότι ο πατέρας μου είχε φτιάξει ένα αεροπλάνο, αρκετά μεγάλο και μαζευόμαστε όλοι να το δούμε και να παίξουμε, να ψαρέψουμε στο μόλο μπροστά στο κιόσκι και ότι μικρό ψαράκι πιάναμε θέλαμε να μας το μαγειρέψουν !!!!
Θυμάμαι, ότι στην είσοδο για τα λουτρά και την αυλή ο πατέρας μου είχε φτιάξει ένα αχυράνθρωπο και όταν περνούσαμε από την πόρτα αυτός έπεφτε επάνω μας και τρομάζαμε στην αρχή μετά που το συνηθίσαμε πηγαίναμε άλλα παιδάκια για να τα τρομάξουμε…
Ξένοιαστα χρόνια…….αλλά για λίγο!!!

Η ψησταριά που ψήναμε τα καλοκαίρια. Ο πατέρας μου που πάντα κάτι μαστόρευε……… η πρώτη πόρτα οδηγούσε στην πίσω αυλή (σ αυτή είχαμε και τον αχυράνθρωπο) που είχαμε δωμάτια για ενοικίαση, τα λουτρά, φούρνο και πηγάδι.
Η μητέρα μου στο σπίτι της στην Παραλία Διστόμου.
 

Έξω από το μαγαζί  με ένα παιδάκι που δεν ξέρω πιο είναι …..από την πλευρά της τζαμαρίας, το ξύλινο κομμάτι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες άνοιγε και δίναμε από εκεί παγωτά, μπύρες, αναψυκτικά, θυμάμαι και την μάρκα, ΑΓΝΗ, υπάρχει μέχρι σήμερα….

 

Εγώ σε μικρή ηλικία μπροστά στο μόλο που είναι το κιόσκι.

 

Εδώ φαίνεται το μικρό χωριό μας η Παραλία Διστόμου από την πλευρά της θάλασσας. Μπροστά στο μόλο με την Νίτσα και τον Δημήτρη Σφουντούρη την Αντιγόνη Καίλη το μικρό κοριτσάκι είμαι εγώ και με κρατάει η Κατερίνα Καίλη.


 

Στην παραλία με την ίδια παρέα, εδώ με κρατάει αγκαλιά η μητέρα μου.
Το χειμώνα από τα χρήματα που είχαν μαζέψει οι γονείς μου πάντα κάτι πρόσθεταν στο ήδη υπάρχον σπίτι και επισκεύαζαν τις φθορές, επίσης από τον Νοέμβρη άρχιζε και το μάζεμα της ελιάς στα κτήματα μας που ήταν εκεί που είναι η σημερινή εκκλησία των Αγίων Πάντων. Το μάζεμα της ελιάς ήταν ακόμα μια γιορτή, λόγω του ότι ήταν πολλά τα δένδρα έρχονταν συγγενείς από το Δίστομο και τα γύρω χωριά για βοήθεια.

Σχολείο πηγαίναμε στην Αντίκυρα, πρωί - απόγευμα, για να μην ξαναγυρνάμε μέναμε σε σπίτια συμμαθητών μας και έτσι αναπτύξαμε και με αυτά τα παιδία φιλικές σχέσεις. Για το λόγο αυτό η αεροπορία μας είχε διαθέσει ένα αυτοκίνητο, όταν είχε καλό καιρό πηγαίναμε με τα πόδια.
Στις 27 Αυγούστου του 1960 η τότε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η Γαλλική εταιρεία Pechiney, υπέγραψαν σύμβαση για την δημιουργία εργοστασίου παραγωγής αλουμινίου.
Σιγά – σιγά τότε είχαν αρχίσει οι ψίθυροι ότι θα γίνει εργοστάσιο Αλουμινίου στην περιοχή μας, και ότι θα γίνει απαλλοτρίωση του χωριού μας. Οι δικοί μου, απ ότι μου είχε πει η μητέρα μου, δεν πίστευαν ότι θα μας έδιωχναν από τα σπίτια μας, έλεγαν ότι θα μπορούσαν να πάρουν το πίσω μέρος που ήταν ο ελαιώνας.
Ο πατέρας μου στεναχωρήθηκε πολύ και αρρώστησε.
Προς το τέλος 1961 ήρθε συνεργείο του ΟΤΕ και μετέφερε το τηλεφωνικό κέντρο που ήταν στο μαγαζί μας στο καφενείο του Κωσταγιάννη.
Τότε ο πατέρας μου κατάλαβε πια, ότι η απαλλοτρίωση θα ερχόταν σύντομα,
είπε στην μάνα μου : «Κωνσταντίνα, χάνουμε ό,τι με τόσο κόπο δημιουργήσαμε αγαπήσαμε και κουραστήκαμε»
Τον Απρίλιο του 1962 πέθανε.
Τελικά η περιοχή μας είχε επιλεγεί για την κατασκευή του εργοστάσιου παραγωγής αλουμινίου της Γαλλικής πολυεθνικής Pechiney. Για το εργοστάσιο επέλεξαν την περιοχή (Καλογερικό – Μετόχι) περιουσία του Μοναστηριού του Οσίου Λουκά, και των κατοίκων του Στειρίου και του Κυριακιου.
Το δικό μας χωριό η Παραλία Διστόμου ή Γιαλός ή Διστομίτικο, κατά τους παλαιότερους, επιλέγει να κατασκευασθεί ο καινούργιος οικισμός για την στέγαση του προσωπικού. Επίσης η περιοχή του Αγ. Νικολάου επιλέγει για κατασκευή κατοικιών για τα στελέχη της εταιρείας.
Και αυτή η περιοχή επίσης ήταν του Διστόμου, και εκεί ήταν το σπίτι της Γιάννας Παπαγεωργίου που η οικογένειά της είχε σπίτι, εξοχικό κέντρο, εστιατόριο και ενοικιαζόμενα δωμάτια και κτήμα με ελιές.

Παρ΄όλες τις διαμαρτυρίες μας η απόφαση ήταν τελεσίδικη, αναγκαστική απαλλοτρίωση με υπογραφή Βασιλέως !!! Τόσο καλά… δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Δεν συγκινήθηκε κανένας υπεύθυνος της Πολιτείας. Τα σπίτια άρχισαν να γκρεμίζονται το ένα μετά το άλλο.
Άγριο πράγμα να βλέπεις να σου γκρεμίζουν την ζωή από την μια μέρα στην άλλη και να μην έχεις και που να πας, γιατί πέρα από αυτούς που είχαν εξοχικά, είμαστε και εμείς οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού που δεν είχαμε άλλο σπίτι πέρα από αυτό… που θα μπορούσαμε να πάμε ;
Όταν ήρθε και η δική μας η σειρά , δεν θα ξεχάσω αυτή την στιγμή, η μητέρα μου σε μια ύστατη προσπάθεια να τους αποτρέψει, έτσι νόμιζε, με πήρε αγκαλιά και σταθήκαμε πίσω από την κεντρική πόρτα του σπιτιού. Είχε κατεβεί όλη η αστυνομική δύναμη της Λιβαδειάς, μπουλντόζες, κόσμος που φώναζε, ένας πανζουρλισμός, δυστυχώς μπήκαν από την πίσω πόρτα μας τράβηξαν έξω, εγώ έκλαιγα, η μαμά μου ούρλιαζε από τον πόνο, γι αυτό που έβλεπε ότι γινόταν, κανείς δεν συγκινήθηκε….οι μπουλντόζες μπήκαν σε λειτουργία, το σύνθημα του δικαστικού κλητήρα δόθηκε ήταν «εν ονόματι του νόμου κηρύσσω την κατεδάφιση….» και το σπίτι μας γκρεμίστηκε…. μπροστά στα παιδικά μου μάτια ….
Ποιου νόμου;;;; Ποιος είναι αυτός ο νόμος που λέει ότι πρέπει να ξεριζώσεις οικογένειες με μικρά παιδιά, γέρους ανθρώπους και να πληγώσεις τόσες ψυχές!!!
Αντίστοιχα σκηνικά έγιναν σε όλες τις οικογένειες…
Τα πράγματά μας τα είχαμε βγάλει από το σπίτι και τα είχαμε κάτω από το κιόσκι, τα κρεβάτια μας στη μέση και γύρω-γύρω όλα τα υπόλοιπα πράγματα, ντουλάπες, καρέκλες τραπέζια, ρούχα…. Όλα γύρω- γύρω αξέχαστη στιγμή, τώρα που ξαναφέρνω όλες αυτές τις σκηνές μπροστά στα μάτια μου προξενούν ιδιαίτερο πόνο. Εκεί κάτω από το κιόσκι μείναμε περίπου ένα μήνα, ευτυχώς ήταν καλοκαίρι…
Εκεί που μέχρι χθες είμαστε νοικοκυραίοι γίναμε σε μια μέρα πρόσφυγες στον ίδιο μας τον τόπο……όλοι προσπαθούσαν να βρουν μια προσωρινή λύση, οι πιο πολλοί πήγαν τον πρώτο καιρό και έμειναν στο Δίστομο σε συγγενείς ή νοίκιασαν προσωρινά ένα σπίτι.
Σαν λύση οι γονείς μας βρήκαν, επειδή δεν θέλανε και να φύγουν από εδώ, να εγκατασταθούν στην πλαγιά του διπλανού βουνού και έτσι δημιούργησαν ένα καινούργιο οικισμό και τον ονόμασαν «ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ».
Έβαλαν μια μπουλντόζα για να χαράξει ένα δρόμο για να έχει πρόσβαση και μοίρασαν το χώρο, ώστε να πάρει ο καθένας ένα οικόπεδο να φτιάξουμε όλοι από μια παράγκα για να στεγαστούμε και να μεταφέρουμε τα πράγματα μας.
Έτσι βρεθήκαμε τρεις γυναίκες μόνες σε μια παράγκα, εγώ, η μητέρα μου και η μητέρα της 80 ετών.
Οι συνθήκες στην καινούργια «κατοικία» ήταν με μια λέξη άθλιες !!! Η μητέρα μου για να με ησυχάσει γιατί έβλεπε την ανησυχία μου έλεγε ότι θα μείνουμε για λίγο εδώ και μετά θα φύγουμε και θα έχουμε πάλι ένα ωραίο σπίτι…
Η παράγκα το χειμώνα δεν ήταν ότι το καλύτερό και οι βροχές που άρχισαν μας βούτηξαν στη λάσπη...
Δεν είχαμε ούτε νερό !!!! ούτε να πιούμε ούτε να πλυθούμε !!! Για να προμηθευτούμε νερό έπρεπε να διανύσουμε μια μεγάλη απόσταση, να πάμε μέχρι τον Αγ. Νικόλαο στο πηγάδι που ήταν πάνω από το σπίτι της Γιάννας, αδύνατον να γίνει με τα πόδια. Κάποιος γείτονας που είχε φορτηγό έπρεπε λοιπόν να μας πάει ως εκεί να γεμίσουμε δοχεία για να έχουμε μέχρι την επόμενη φορά…
Φροντίδα, συμπαράσταση και βοήθεια από πουθενά η Πολιτεία απούσα , ο Δήμος Διστόμου επίσης αδιάφορος… κάθε 4 χρόνια ερχόταν ο εκάστοτε υποψήφιος δήμαρχος Διστόμου , τότε θυμόταν, ότι υπάρχουν κάτι ψήφοι εκεί στο βουνό πεταμένοι και ερχόταν να τους μαζέψει… σαν αντάλλαγμα μας έβαλε και μια βρύση στο κέντρο του οικισμού, ο επόμενος, μας έβαλε νερό στα σπίτια που είχαμε αρχίσει να κτίζουμε ξανά από την αρχή… φως τηλέφωνο, λίγο άσφαλτο στο χωματόδρομο και η ίδια κατάσταση μέχρι σήμερα … πλήρης αδιαφορία από παντού.
Όταν ζητούσαμε κάτι από τον εκάστοτε Δήμαρχο μας έλεγε, δεν έχει λεφτά, ότι μπορεί κάνει ... θέλω πολλές σελίδες για να περιγράψω τις συνθήκες, ίσως άλλη φορά.

Όταν με ρωτούσαν εσύ από πού είσαι; τους έλεγα « ντόπια από εδώ», η απάντηση ήταν ότι δεν ήξεραν ότι υπήρχαν και ντόπιοι κάτοικοι εδώ, ήξεραν μόνο ότι εδώ ήταν ένας ελαιώνας!!! .... αυτοί που ήξεραν, εννοείται ότι δεν με είχαν ρωτήσει ποτέ !!!
Ήταν και άλλοι, που μου έλεγαν « ναι τα απαλλοτρίωσαν ….αλλά εσείς αποζημιωθήκατε»!!!
Ο τόπος που γεννήθηκες, μεγάλωσες, το σπίτι σου, η ψυχή σου, η οικογένειά σου, η δουλεία σου, δεν αποζημιώνονται με τίποτα !!! όσα χρήματα και να πάρεις… τα κτήματα μας στον ελαιώνα αποζημιώθηκαν με 1 δραχμή το ελαιόδεντρο!!! Για ποια χρήματα μιλάμε!!!!!

Πρόγραμμα αποκατάστασης όλων αυτών των ανθρώπων από κάποιο φορέα δεν υπήρχε, παρ όλο που έβλεπαν ότι οι συνθήκες στις οποίες ζούσαμε, ειδικά στην αρχή ήταν άθλιες.
Δεν υπήρχε ένα συντονισμένο πρόγραμμα βοήθειας για όλους μας . Μεγαλώνοντας, η βοήθεια που είχαμε ήταν από συγκεκριμένα άτομα, εργαζόμενοι και αυτοί, οι οποίοι έδειξαν προθυμία και ευαισθησία να μας βοηθήσουν ώστε να βρούμε δουλειά στο εργοστάσιο, όσοι το ζητήσαμε.
Η ζωή σιγά – σιγά άρχισε να παίρνει το δρόμο της, εργάστηκα, παντρεύτηκα, απέκτησα και μεγάλωσα δύο κόρες. Σήμερα ζουν και εργάζονται στην Αθήνα και συνεχίζουν τις σπουδές τους.

Μόλις το 2009, ο σύλλογος «Μεδεών» δημιούργησε ηλεκτρονική σελίδα και μας ενημέρωσε γι αυτό, μπήκα, εκεί είδα ένα γράμμα που είχε γραφτεί τον Μάρτιο του 1967, εγώ τότε ήμουν πολύ μικρή και βέβαια δεν το είχα δει, αναφερόταν στην ίδρυση του συλλόγου
« Μεδεών» και άρχιζε : « Η μικρή μας πόλη ψάχνει να βρει τον εαυτό της. Δημιουργημένη ξαφνικά από το τίποτα, χωρίς ιστορία, χωρίς προηγούμενη ζωή, από ανθρώπους που ήρθαν από τις τέσσαρες άκρες του ορίζοντα ...»
Διαβάζοντας σκέφτηκα αμέσως, εμείς που είμαστε;;; εμείς που είμαστε πριν εδώ δεν υπάρχουμε;;; εξαφανιστήκαμε;;; εμείς δεν ανήκουμε στην ιστορία αυτού του τόπου;;; εμείς δεν είμαστε πριν η ζωή αυτού του τόπου;;; είχαμε διαγραφτεί από τον χάρτη δεν υπήρχαμε!!! Με τις δύο πρώτες γραμμές αυτού του γράμματος μας αφαιρούσαν την καταγωγή μας, την ύπαρξη μας , είχαμε διαγραφεί από τον τόπο που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε!!!
Σας το παραθέτω για να το διαβάσετε……





Μίλησα στον πρόεδρο του συλλόγου και του είπα ότι αυτό μας προσβάλει, μας αφαιρεί την καταγωγή μας, την ύπαρξη μας στο χώρο αυτό!!! Μετά από πολλές πιέσεις έβγαλε την πρώτη παράγραφο, σε αυτή την μορφή υπάρχει τώρα στην ιστοσελίδα του συλλόγου.

Σε άλλη συζήτηση μαζί του μου λέει «γιατί σε ενοχλεί η δική μας ανάρτηση; το ίδιο γράμμα το έχουν βάλει και στο «Εμβόλιμον» ούτε αυτό το είχα δει, έψαξα και βρήκα το τεύχος που μου είπε, και πράγματι πάλι το ίδιο γράμμα δημοσιευμένο…. πάλι  «……από το τίποτα, χωρίς ιστορία ….»





Αυτό το γράμμα, το αναδημοσιεύει συνέχεια σε οποιοδήποτε έντυπο αναφέρετε στην ιστορία των Άσπρων Σπιτιών και στην ιστορία του συλλόγου «Μεδεών».
Με αποτέλεσμα όλοι πια να ξέρουν ότι εδώ, τα Άσπρα Σπίτια, δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός !!! χωρίς ιστορία !!! χωρίς προηγούμενη ζωή !!!


* Το κείμενο συνεχίζει με αποσπάσματα και κριτική σχετικής εργασίας των μαθητών του Λυκείου Άσπρων Σπιτιών. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να το βρει με κλικ στην αρχική πηγή blog ΔΙΣΤΟΜΟ

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Με Ηπειρώτικο μοιρολόγι, μια ανάρτηση για τη φίλη που έφυγε ...




Στη Γιούλη,με το εγκάρδιο χαμόγελο και το ζεστό της βλέμμα.
Στη Γιούλη, τη φανατική βιβλιοφάγο αλλά ταυτοχρόνως και απαιτητική αναγνώστρια.
Στη Γιούλη, που από τα Βάγια κάθε τόσο ερχόταν αποκλειστικά για βιβλιοθεραπεία στη «Σύγχρονη έκφραση», φορτωνόταν νέες και παλαιότερες εκδόσεις και περιχαρής έδινε ραντεβού για την επόμενη φορά, με τη νέα σοδειά.
-         Ξέρεις εσύ έλεγε, τι θα κρατήσεις.
Κι επειδή ήξερα, είχα ήδη βγάλει στην άκρη το Confiteor, τα καινούργια των Ροθ και Κόου, το Offshore του Μάρκαρη με την «Πηνελόπη των τρένων» της Πολιτοπούλου - γιατί την χαλάρωνε η αστυνομική λογοτεχνία-, μαζί με την τριλογία του Σπέρμπερ από τις εκδόσεις Καστανιώτη που είχε αφήσει για μαγιά από την προηγούμενη αγορά.
Μόνο που το καλοκαίρι τέλειωνε κι η Γιούλη δε φαινόταν ...
Δεν άργησαν και τα κακά μαντάτα. Με καθυστέρηση 40 ημερών .
Η θλίψη μας άφατη με το απροσδόκητο νέο.
Γιούλη, δε θα σε ξεχάσουμε. Σε κάθε έκδοση που γνωρίζουμε ότι θα σου άρεσε η σκέψη μας θα σε συντροφεύει. 

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΤΩΝ ΤΡΕΝΩΝ : ένα αξιοπρόσεκτο νουάρ μυθιστόρημα της Μαρλένας Πολιτοπούλου με δύο ανεξιχνίαστους φόνους, ερωτικά μυστικά, δωσίλογους και μετανάστες με φόντο τα 45άρια του Καζαντζίδη

1965: Ο Στέλιος Καζαντζίδης φτάνει στον σταθμό του Μονάχου για να δώσει μια σειρά από συναυλίες σε όλη τη Γερμανία. Σε μια γωνιά του ίδιου σταθμού ο Στρατής Κοκκινίδης, ένας έλληνας μετανάστης, βρίσκεται νεκρός. Ο φόνος του δεν θα εξιχνιαστεί ποτέ. Πενήντα χρόνια αργότερα, ο ερευνητής και σκιτσογράφος Παύλος Γ., ως οφειλή στον αστυνόμο πατέρα του, θα ασχοληθεί με την υπόθεση. Τα ίχνη θα τον οδηγήσουν στη Νάουσα, τόπο καταγωγής του Κοκκινίδη, και πίσω στα χρόνια της Κατοχής, για να ανακαλύψει ερωτικά μυστικά, δωσίλογους, λίρες, προδοσίες και επαναστάτες. Θα αφήσει για λίγο την αγαπημένη του τζαζ για να ακούσει τα τραγούδια του Στέλιου και θα ανταμειφθεί από την κόρη της Πηνελόπης των τρένων με είκοσι 45άρια δισκάκια. Και όταν όλα θα έχουν πια τελειώσει, ο κόσμος της μετανάστευσης δεν θα του είναι πια ξένος. 

της Ελένης Κεχαγιόγλου
Με τη Μαρλένα η διά ζώσης γνωριμία μας δεν είναι μακρά, δεν μετρά ακόμη δεκαετία, αλλά, ξέρετε πώς είναι αυτά, υπάρχουν για κάθε αναγνώστη συγγραφείς τους οποίους διαβάζοντάς τους αισθάνεσαι πως είναι κατά κάποιον τρόπο δικοί σου άνθρωποι, μιλάτε την ίδια γλώσσα, υπάρχουν εκλεκτικές συγγένειες. Ενίοτε, όταν αγαπάς το έργο ενός συγγραφέα και τον γνωρίζεις ως άνθρωπο, τρως τα μούτρα σου — λες, άσε καλύτερα, θα αγαπώ μονάχα τον συγγραφέα. Με τη Μαρλένα, την οποία πρωτοδιάβασα το 1999, με το μυθιστόρημά της με τον ατμοσφαιρικό τίτλο «Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά» (έργο το οποίο, ευτυχώς, επανεκδόθηκε, ξανακοιταγμένο, από το Μεταίχμιο το 2012), απόλαυσα το κείμενο και το συγγραφικό της βλέμμα, παρότι, τότε, ήμουν σε μετα-φοιτητική φάση και επιφυλακτική με το αστυνομικό μυθιστόρημα. Και ευτυχώς η γνωριμία μαζί της με έκανε να μην χρειάζεται να υπενθυμίσω στον εαυτό μου το «μάντρα» της θεωρίας της λογοτεχνίας: άλλο ο συγγραφέας, άλλο ο άνθρωπος, μπορούσα να αγαπώ και τη συγγραφέα και τον άνθρωπο.
Θα σταματήσω ωστόσο εδώ τις προσωπικές αναφορές, διότι η Πηνελόπη των Τρένων (των τρένων του Μονάχου και της Νάουσας) κρατά στα χέρια το πλεκτό της και διεκδικεί να αφιερωθεί σε κείνην η βραδιά. Εξάλλου, θεωρεί πως μπορεί στη συνέχεια της βραδιάς να κερδίσει εκείνη το φλουρί.

Το πλεκτό της δικής μας Πηνελόπης έχει υφάδι σφιχτό, σαν και την αφηγηματική δομή του βιβλίου της Πολιτοπούλου. Ενός βιβλίου, που, αναπτύσσοντας τη διερεύνηση δύο ανεξιχνίαστων φόνων πριν από κοντά 50 χρόνια, χωράει: της μετανάστευσης και της προσφυγιάς το αιώνιο δράμα / Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία τη δεκαετία του 1960 αλλά και γκασταρμπάιτερ σήμερα / το ελληνικό εβραϊκό τραύμα / Κατοχή, δωσίλογους, Χούντα, τη μεγάλη δηλαδή ιστορία πανταχού παρούσα στη ζωή των ανθρώπων, άλλοτε επιρρεάζοντάς την άμεσα άλλοτε δρώντας υπόγεια / πρόσφυγες (α) Πόντιους στη μετά την Καταστροφή Ελλάδα και (β) από τη Συρία στην Ελλάδα του 2015 / κοινωνική και πολιτική κρίση (παρεισφρέει στις σελίδες του βιβλίου και η αισιόδοξη αναφορά της σύλληψης του Κασιδιάρη και του Μιχαλολιάκου, όπως επίσης και η πληροφορία ότι στη Νάουσα δεν ευδοκιμεί το μολυσμένο φρούτο Χ.Α.) / έχουμε επίσης βινύλια και μνήμες, σεξ-χρήμα και ιδεολογία (τα βασικά κίνητρα του φόνου, τις κινητήριες δυνάμεις της ζωής άρα και της στέρησής της) / το πολύπτυχο έρωτας-πόλεμος-νόστος-επιστροφή-εκδίκηση / μπόλικο, πολύ Καζαντζίδη και μια υπέροχη σύγκρισή του με τον σερ Μπιθί, που εγώ τη χρησιμοποιώ πλέον ως επιχειρηματολογία προς τους φίλους που ομνύουν στο όνομα του Μπιθικώτση και δεν αντέχουν, λέει, τον λυρισμό του Καζαντζίδη / έχει Μπούλες: το παλαιότατο αποκριάτικο έθιμο στη Νάουσα, αλλά έχει και το μυστικό της επιτυχίας του Μπουτάρη ως δημάρχου / έχει ακόμη και την ιδοποιό διαφορά μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών.
Κι όλα αυτά, με πραγματικά καλούς συνεκτικούς αρμούς, σε ένα μυθιστόρημα που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο ως προς το «τι θα γίνει παρακάτω»: ως προς το βασικό συγγραφικό στοίχημα, δηλαδή, σε κάθε μυθιστόρημα, και κυρίως σε κάθε αστυνομικό μυθιστόρημα. 


Στο σημείο αυτό, θα την αφήσω ωστόσο την Πηνελόπη να περιμένει λίγο ακόμη και θα προχωρήσω κάπως ανάποδα — μη με παρεξηγήσετε, δεν είμαι ανάποδη (νομίζω), αλλά θέλω να αναφερθώ στο Σημείωμα της συγγραφέως στο τέλος του βιβλίου, από όπου πληροφορούμαστε ότι η διαδρομή του μυθιστορήματος που παρουσιάζουμε σήμερα ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια. Κι αυτό αποκαλύπτει ακριβώς τη βάσανο της γραφής. Επίσης, οι ευχαριστίες που απευθύνει οι συγγραφέας φανερώνουν για ποιο λόγο, διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι  η Πολιτοπούλου ξέρει σαν την τσέπη του παλτού της τη Νάουσα και τη Βέροια, καθώς και τη ζωή των ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία τη δεκαετία του ’60. Διότι η Μαρλένα ταξίδεψε, ρώτησε, βρήκε τους κατάλληλους πληροφοριοδότες, ξόδεψε ή αξιοποίησε την ενέργειά της για να γίνει, για χάρη του μυθιστορήματός της, συγγραφέας-ντετέκτιβ.
Κάθε συγγραφέας, γράφει δεν γράφει αστυνομικά, είναι, νομίζω, ντετέκτιβ, με την έννοια ότι οφείλει να ψάξει για δικό του λογαριασμό (ανεξάρτητα δηλαδή από τον θα αποφασίσει να αποκαλύψει ό,τι βρήκε στον πελάτη-αναγνώστη) το παρελθόν των ηρώων του και το παρόν τους, να περπατήσει τους δρόμους όπου περπάτησαν, να δει ό,τι έχουν εκείνοι δει, να αναζητήσει τα βαθιά κρυμμένα μυστικά τους, να κατανοήσει γιατί δρουν όπως δρουν, γιατί έχουν γίνει οι άνθρωποι που είναι.
Στην προκειμένη περίπτωση, το μυθιστόρημα της Μαρλένας απαλλάσσει τον αναγνώστη της από το να αναρωτιέται διαρκώς εάν ισχύουν τα πραγματολογικά στοιχεία που αναφέρει. Κι αυτό, διότι όλες οι μικρές λεπτομέρειες (από το σύνθημα κατά της Τρόικας που είναι γραμμένο σε τοίχο της Νάουσας, μέχρι την περιγραφή του ισογείου της Βιβλιοθήκης της Βέροιας, και από τα οινοποιεία της περιοχής μέχρι το ερειπωμένο σήμερα εργοστάσιο της Columbia που άλλοτε γνώρισε δόξες ως η δισκογραφική εταιρία των πρώτων ονομάτων ενώ σήμερα παρακμάζει φιλοξενώντας απελπισμένους άστεγους μετανάστες που πατούν —τι ειρωνεία— τα πεταμένα στη λάσπη δισκάκια από τη σούπερ επιτυχία «Τα παιδιά του Πειραιά») όλες οι μικρές λεπτομέρειες λοιπόν σε πείθουν ότι η αφηγηματική φωνή έχει κάνει το ρεπεράζ της όπως λένε στο σινεμά, την αυτοψία της σε όλους τους σκηνικούς χώρους του μυθιστορήματος. Κι αυτό, ξέρετε, δεν είναι διόλου αυτονόητο.
Με τον τρόπο αυτό, λοιπόν, καθώς και με τα στοιχεία της σύγχρονης ζωής που παρέχει το βιβλίο αποτυπώνοντας —παράλληλα με την έρευνα του παρελθόντος— την καθημερινότητα, το βιβλίο αυτό μελλοντικά θα είναι ένα τεκμήριο για το ελληνικό έτος 2015, για την Ελλάδα την εποχή της κρίσης γενικότερα, από την εισβολή του Ίντερνετ στην καθημερινότητα μέχρι τον Ελληνάρα που κορνάρει, από τα δίκτυα εκμετάλλευσης των μεταναστών απ’ τους συμπατριώτες τους και τους Έλληνες μέχρι τα διόδια που ακρίβυναν — όπως ακριβώς τα έργα του γενάρχη της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, του Γιάννη Μαρή, αποτελούν και το αποτύπωμα του άστεως (κυρίως) τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και μέχρι την πτώση της Χούντας.
Ωστόσο ο Μαρής γράφει σε μια εποχή που τα ξερονήσια είναι ακόμη γεμάτα από αριστερούς πολίτες και η χώρα επιχειρεί, κουτσά στραβά, τη μεταπολεμική ανόρθωσή της, και για αυτό αποφεύγει κατά κανόνα να ξύσει πληγές θίγοντας πολιτικά προβλήματα, παρόλο που, στο «Έγκλημα στα παρασκήνια», το 1954, π.χ., στη σκοτεινή υπόθεση εμπλέκεται η κοσμική Αθήνα, άνθρωποι του θεάτρου και βιομήχανοι, αλλά και δωσίλογοι της Κατοχής.
Η Μαρλένα νεότερη εκπρόσωπος του είδους που στη μεταπολεμική Ελλάδα αγαπήθηκε χάρη στην πένα του Μαρή, όπως κι εκείνος αναθέτει την εξιχνίαση των εγκλημάτων στον Παύλο Γεωργούλα, σε κάποιον που δεν είναι ο τυπικός αστυνομικός επιθεωρητής αλλά ένας σκιτσογράφος-αρχιτέκτονας, ο οποίος έχει συνεργαστεί χρόνια με την αστυνομία. Πρόκειται για έναν ήρωα αντίστοιχο, ας πούμε, με τον δημοσιογράφο Μακρή που συνεπικουρείται από τον περίφημο αστυνόμο Μπέκα, όπως ακριβώς τον Παύλο της Πολιτοποπούλου βοηθά ο διευθυντής του τμήματος Ανθρωποκτονιών Περικλής Γιατζόγλου. Και μάλιστα, ο Παύλος —ύστερα από τα 4 βιβλία της Μαρλένας όπου έχει πρωταγωνιστήσει— στο τέλος του έργου που παρουσιάζουμε σήμερα παραδίδει σκυτάλη στον υπό συνταξιοδότηση Περικλή, ώστε έτσι, να περιμένουμε το επόμενο μυθιστόρημα στο οποίο τα ηνία θα κρατά πια ένας αστυνομικός όπως κάποτε τα πήρε από τον δημοσιογράφο Μακρή και ο περίφημος αστυνόμος Μπέκας. 


Φαίνεται πως, παρότι «το να ασχολείσαι με ιστορίες από το παρελθόν μοιάζει σαν διακοπές, αφού η λάθος απόφαση δεν έχει συνέπειες», όπως γράφει η Μαρλένα αναφέρεται στο βιβλίο, ο ήρωας Παύλος, ύστερα από την υπόθεση μιας ανεξιχνίαστης δολοφονίας που ερευνά στην «Πηνελόπη των Τρένων» και την οποία του άφησε κληρονομιά ο αστυνομικός καριέρας  πατέρας του (μια υπόθεση όπου το «παρόν φώτιζε με βαριές σκιές το παρελθόν»), κατανόησε —αντιγράφω— ότι «την ελευθερία την έχεις περισσότερο μέσα σου» και ότι η αλήθεια αποκαλύπτεται όταν οι άνθρωποι την έχουν ακριβώς ανάγκη για να απελευθερωθούν. Ο ήρωας —μέσω της έρευνας αυτής, χάρη στην οποία γνώρισε, έστω μετά θάνατον καλύτερα τον πατέρα του— απαλλάσσεται εντέλει από τη βαλίτσα (από την ανάγκη δηλαδή να βρει την αλήθεια του άλλου) και την παραδίδει τότε με τη σειρά του τη βαλίτσα αυτή στον καθ’ ύλην αρμόδιο φίλο του Περικλή. Εξάλλου, πλέον η βαλίτσα άνοιξε, ο Παύλος μπορεί πια να υπερβεί τον πατέρα του, δεν του χρειάζεται να μάθει άλλα για την επαγγελματική σταδιοδρομία, τους έρωτες, τις πολιτικές πιέσεις που υπέστη, το ήθος του, τις συναλλαγές του με την ελληνική ιστορία.
Και με τον τρόπο αυτό, αποκόπτει τον ομφάλιο λώρο, κατανοεί πως «ό,τι κρατάς σε κρατάει» και απελευθερώνεται. Απελευθερώνεται μάλιστα διά της αλήθειας που έρχεται να δικαιώσει τους τεθνεώτες των οποίων η μνήμη είχε σκιαστεί και όχι να εκδικηθεί τους φταίχτες. Που έρχεται να κατανοήσει και όχι να τιμωρήσει, ώστε να επέλθει έτσι ένα «ισοζύγιο της ζωής», όπως γράφει το βιβλίο, μια ισορροπία.
Ένα επίσης συναρπαστικό στοιχείο στο μυθιστόρημα είναι ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν γίνεται παρόν καθώς οι παρελθοντικές πράξεις μοιάζει να σκοτεινιάζουν τη ζωή των απογόνων των πρωταγωνιστών της άλλοτε ιστορίας, είτε επρόκειτο για καθωσπρέπει καραμανλικούς είτε για ονειροπαρμένους αριστερούς είτε για ταλαιπωρημένους εβραίους είτε για αδίστακτους δοσίλογους, είτε για ανθρώπους λαϊκούς ή μικροαστούς που απλώς επιδιώκουν να τη βολέψουν ή να επιβιώσουν.
Στο βιβλίο η μνήμη —που σε μια ενδιαφέρουσα διατύπωση είναι «ό,τι φαντάζεται ο καθένας»— όχι απλώς αποδίδει δικαιοσύνη (αφού «Η δικαιοσύνη έγκειται στην ανάμνηση» σύμφωνα με το μότο του έργου που έχει αντληθεί από τον Στάινερ) αλλά και είναι (η μνήμη) ολωνών το σακουλάκι με τα ζόρικα: άλλος το έχει στο στήθος του, το βλέπει και αναμετριέται, και άλλος το έχει στην πλάτη του και κάνει πως δεν το ξέρει. Ο Παύλος, εσωτερικεύοντας ως ψυχική διαδικασία την ξενιτειά, λέει: «Είμαι μετανάστης, ξένος στον τόπο μου, ξένος στον αιώνα που τρέχει. Ξένα μού είναι και τα αισθήματά μου και απρόσμενα». Και συναντάται έτσι με το παραδοσιακό ποντιακό τραγούδι της ξενιτειάς: Σα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος.  
Με τη μετακίνηση του ήρωα από την ψυχική ακινησία στη δράση (στην απόφαση να επιστρέψει στα σκίτσα του, να εκδώσει το επόμενο βιβλίο του) ξαναβρίσκει την πατρίδα του, τον πραγματικό του εαυτό, με την επιστροφή του στις δικές του ανάγκες.
Ωστόσο, η εξαρχής ενασχόληση του ήρωα με την έρευνα, στη δική μου ανάγνωση, ανακαλύπτει κάτι για τη σχέση της Μαρλένας Πολιτοπούλου με την αστυνομική λογοτεχνία. Για τον Παύλο, με την αστυνομική έρευνα συνδέεται το ατομικό με το κοινωνικό.  Για τη Μαρλένα, νομίζω, οι αστυνομικές ιστορίες είναι το πρόσχημα για να γίνει το προσωπικό πολιτικό. Στην περίπτωσή της έχουμε τη γραφή ως πολιτική πράξη. Αναμοχλεύει τα ανθρώπινα (που ανάγονται σε εθνικά) πάθη, λύνει τους λογαριασμούς της με την Ιστορία, επιχειρεί —όπως η ίδια μου το είπε— να διαχειριστεί το δικό της οιδιπόδειο που είναι η Αριστερά. Και αυτό, σε μια φόρμα που αντιστέκεται, όπως γράφει στο βιβλίο, στη χαοτική εποχή μας. Ας πούμε κάτι οργανωμένο, έστω και παλιομοδίτικα, με αρχή, μέση και τέλος. Και οι αστυνομικές ιστορίες έχουν ΠΑΝΤΑ ένα τέλος — ο ένοχος θα αποκαλυφθεί. Δεν είναι παρήγορο αυτό; 
Δεν ξέρω αν οι Έλληνες με την κρίση έγιναν πιο ευαίσθητοι στον πόνο του άλλου, όπως γράφει η Μαρλένα. Ξέρω όμως ότι τα αστυνομικά βιβλία της δεν ψάχνουν απλώς και μονοσήμαντα τον δολοφόνο. Η αφήγησή της με τις αναδρομές στο παρελθόν και τις διαδρομές στο παρόν είναι ένα πολύσημο υφαντό, είναι μια «γλώσσα» δηλαδή εντός εισαγωγικών, όπως θα καταλάβετε όταν διαβάσετε το βιβλίο.
Και οπωσδήποτε καταλαβαίνω ότι η ανάγκη αυτή της Πολιτοπούλου, που ανάγεται σε ανάγκη πολιτικής πράξης, έχει ως αποτέλεσμα το μυστικό που αποκαλύπτει στο βιβλίο απαντώντας στην ερώτηση:
   Πώς δεν γερνάει κανείς ποτέ;
   Όταν το μυαλό του παράγει φρέσκιες ιδέες και είναι η ψυχή του στραμμένη στη χαρά.
Με αυτή την ευχή για τη Μαρλένα, για όλους μας, να ευχηθώ όλοι μας, ο καθένας μας και όλοι μαζί ως κοινωνία να πάψουμε να κρατάμε ό,τι μας κρατά καθηλωμένους.
Κεχαγιόγλου Ελένη
Το παραπάνω κείμενο της κ. Ελένης Κεχαγιόγλου γράφτηκε για την παρουσίαση του βιβλίου στο εντευκτήριο του περιοδικού "ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ" των Άσπρων Σπιτιών τον Ιανουάριο του 2016 και διαβάστηκε από τον Γιώργο Θεοχάρη λόγω κωλύματος - εξ αιτίας γρίπης - της Ε.Κ.


Η Μαρλένα Πολιτοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιογράφησε σχεδόν είκοσι χρόνια σε εφημερίδες (Η ΑΥΓΗ, ΤΑ ΝΕΑ) και στο ραδιόφωνο (ΕΡΑ). Δίδαξε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στα Τμήματα Επικοινωνίας και ΜΜΕ. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα και νουβέλες. Μεταφράζει από τα γερμανικά. Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά της Η μνήμη της πολαρόιντ και Ο κύριος Μάριος μετάνιωσε αργά. 

Η Ελένη Κεχαγιόγλου γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1969. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Υποψήφια διδάκτωρ του Παν/μίου Αιγαίου, με θέμα "Το θέατρο στην εκπαίδευση", το 2004 ήταν στη συγγραφική ομάδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου γράφοντας για τη Θεατρική Παιδεία στην "Ανάπτυξη των Αναλυτικών Προγραμμάτων Σπουδών". Από το 1997 εργάζεται ως επιμελήτρια κειμένων, ενώ από το 1997 έως το 2001 δίδαξε λογοτεχνία στην Ανώτερη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου. Το 2003-2004 ήταν υπεύθυνη εκδόσεων του προγράμματος "Εξειδίκευση και Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών" στο Πανεπιστήμιο Αθήνας, και από το 2007 έως το 2010 υπεύθυνη του τμήματος λογοτεχνίας στις εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα". Από το 2006 διδάσκει επιμέλεια στο Εργαστήρι του Βιβλίου του ΕΚΕΒΙ. Έχει επίσης διδάξει σε σχετικά σεμινάρια στο ΕΚΕΜΕΛ. Σήμερα εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη. Έχει εργαστεί ως παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών σε σταθμούς των Ιωαννίνων και στον Βήμα 99,5 FM, και συνεργάζεται με τα περιοδικά "Διαβάζω" και "Index".