Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Επιτέλους η εκδοτική προσμονή της χρονιάς είναι γεγονός. ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ ΤΟ "2666" ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΜΠΟΛΑΝΙΟ


2666
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις Άγρα
Αριθμός σελίδων : 1168 , Τιμή : 29,90 Ευρώ

Ανατυπώθηκε και επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα το εμβληματικό μυθιστόρημα 2666 του Roberto Bolaño, ένα συγκλονιστικό δείγμα γραφής που σηματοδότησε την κορύφωση της μυθοπλαστικής ικανότητας του συγγραφέα και έθεσε νέους κανόνες στην τέχνη της μυθοπλασίας.
"Ο Μπολάνιο έχει αποδείξει ότι η λογοτεχνία είναι ικανή να αποκαλύψει τη νοσηρότητα του κόσμου μας και να βρει τις λέξεις για το ακατονόμαστο." - THE NEW YORK TIMES
Τέσσερις παθιασμένοι καθηγητές της γερμανικής φιλολογίας αναζητούν τα ίχνη του Πρώσου συγγραφέα Μπένο Φον Αρτσιμπόλντι. Την τελευταία φορά που έδωσε σημεία ζωής βρισκόταν στη Σάντα Τερέσα, μια πόλη της ερήμου στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ όπου εκατοντάδες γυναίκες έχουν βρεθεί άγρια δολοφονημένες.
Από την κατεστραμμένη Ευρώπη μέχρι την έρημο της Σονόρα στα σύνορα Μεξικού-Τέξας, που τη στοιχειώνουν οι άλυτοι φόνοι γυναικών, ο Μπολάνιο αφηγείται την ιστορία της ζωής του Χανς Ράιτερ, γεννημένου το 1920, που εξελίσσεται σε μεγάλο Γερμανό συγγραφέα με το ψευδώνυμο Αρτσιμπόλντι, και ταυτόχρονα καταγράφει με την ανατριχιαστική νηφαλιότητα αστυνομικής αναφοράς την αλυσίδα των φόνων (απομίμηση των δολοφονιών πού στοιχειώνουν την πραγματική Σιουδάδ Χουάρες στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού). Μέσα από πολυάριθμα γκροτέσκα πορτρέτα και φλερτάροντας με όλα τα λογοτεχνικά είδη, δημιουργείται μια εικόνα του εικοστού αιώνα με πινελιές από την Αποκάλυψη. Το λογοτεχνικό κληροδότημα του πρόωρα χαμένου Χιλιανού συγγραφέα είναι φιλόδοξο. Συνδέει το γκανγκστερικό μυθιστόρημα με το Bildungsroman, το βωντβίλ με την πολεμική μαρτυρία, την επιστημονική φαντασία με το ρεπορτάζ και ενσαρκώνει ό,τι πιο ουσιαστικό έχει η λογοτεχνία: την τόλμη να μιλά για τη φρίκη, το θάνατο, την απουσία νοήματος μα και τον έρωτα. Χαιρετίστηκε από τους κριτικούς διεθνώς ως έργο του αιώνα.
Με εκπληκτική επίδειξη τόλμης και αφηγηματικής δύναμης, το 2666 υποδεικνύει ένα νέο και ριζοσπαστικό τρόπο για το ολοκληρωτικό μυθιστόρημα. Και επιβεβαιώνει κατηγορηματικά την ετυμηγορία της ΣΟΥΖΑΝ ΣΟΝΤΑΓΚ: «Ό ισπανόφωνος συγγραφέας που άσκησε μεγάλη επιρροή και θαυμάστηκε περισσότερο από κάθε άλλον στη γενιά του. Ο θάνατός του, στην ηλικία των πενήντα ετών, είναι μεγάλη απώλεια για τη λογοτεχνία».
"Το ζητούμενο εδώ πού επιτυγχάνεται είναι το ολοκληρωτικό (total) μυθιστόρημα, κάτι που τοποθετεί τον συγγραφέα του 2666 στην ίδια ομάδα με τους Θερβάντες, Στερν, Μέλβιλ, Προυστ, Μιούζιλ και Πύντσον." - QUE LEER
Όταν το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2011, ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ έγραψε στη LIFO:
"Αν ο αναγνώστης διαβεί ολόκληρη την οροσειρά των σελίδων -και θα τη διαβεί, διότι το βιβλίο τον αρπάζει απο τα μούτρα-, πιστεύουμε ότι τελικά θα βρει την καρδιά του βιβλίου στο τελευταίο μέρος. Κι εκεί τελικά θα επιστρέψει από νοσταλγία. Όχι πως τα «Εγκλήματα» με τις δολοφονημένες γυναίκες δεν ασκούν έλξη, αλλά η μορφή του Αρτσιμπόλντι διαθέτει μια γοητεία που μόνο τα ΒΙΒΛΙΑ με δική τους μοίρα επιτυγχάνουν, αν έχουν γραφτεί από το χέρι συγγραφέων «διαρκούς πυρακτώσεως». 

Αξίζει, επίσης, να τονίσουμε ότι μέσα στο 2666 εμφανίζονται άφθονες αναφορές στη σημερινή Ελλάδα. Ο Αρτσιμπόλντι καταφεύγει τελικά στα ελληνικά νησιά (Ικαρία, Αμοργό, Σαντορίνη, Σίφνο, Σύρο, Μύκονο, Νάξο) και φτάνει στο Μεσολόγγι, που είναι γεμάτο αναμνήσεις του Μπάυρον. Επίσης, βρίσκουμε και μια φράση για την «ελληνική πεζογραφία» που τη μεταφέρουμε ατόφια: «Ηχώ μιας ελληνικής πεζογραφίας που δεν περιέχει τίποτα περισσότερο από παιχνίδι και σφάλματα. Το παιχνίδι και το σφάλμα είναι η ώθηση των μικρότερων συγγραφέων και το πανί που τους κλείνει τα μάτια. Επίσης, είναι η υπόσχεση για τη μελλοντική τους ευτυχία»."
Την ίδια χρονιά, ο blogger Librofilo Booksaficionado επίσης έγραψε:
"Ο αναγνώστης στέκει ενεός μπροστά στην ορμή και την ζωντάνια της γραφής, μπροστά στην ευφυία του συγγραφέα και της δημιουργίας του. Το 2666 είναι το μυθιστόρημα που θα έγραφε ο Μπόρχες αν ήθελε – ο Μπολάνιο αποτελεί (χρησιμοποιώ ενεστώτα διότι οι μεγάλοι συγγραφείς δεν πεθαίνουν ποτέ), την τομή στην λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία που δεν συνέχισε ο Μάρκες με τα «100 χρόνια μοναξιά», ο Λιόσα με τον «Πόλεμο της συντέλειας του κόσμου», ο Σάμπατο με το «Περί ηρώων και τάφων» και ο Κορτάσαρ με το «Κουτσό (Rayuela)»."

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ το τολμηρότερο ρωσικό μυθιστόρημα του 20ού αιώνα, μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε πρώτη φορά στα ελληνικά, από την πλήρη εκδοχή του 1913-1914, στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται το θέμα της πατροκτονίας στη Ρωσία του αναβρασμού


«Πετρούπολη» του Αντρέι Μπέλυ,
μετάφραση και σημειώσεις: Σταυρούλα Αργυροπούλου,
επίμετρο: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου,
εκδόσεις Κίχλη
Στον πυρήνα του τολμηρότερου ρωσικού μυθιστορήματος του 20ού αιώνα, που μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά, από την πλήρη εκδοχή του 1913-1914, βρίσκεται το θέμα της πατροκτονίας. Τον θυελλώδη Οκτώβριο του 1905 μια βόμβα πρόκειται να εκραγεί στο γραφείο του γερουσιαστή Αμπλεούχοφ. Το σχέδιο έχει δεσμευτεί να φέρει εις πέρας ο γιος του, που βρίσκεται στην αντίπερα ιδεολογική όχθη.
Η Πετρούπολη αποτελεί ξεχωριστό δείγμα του ρωσικού μοντερνισμού. Στον πολυφωνικό ιστό της συνυφαίνονται πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Οι επαναλήψεις μοτίβων και φράσεων, οι υποβλητικές, έντονα εικαστικές περιγραφές της πόλης, καθώς και η ιδιάζουσα μουσική οργάνωση του κειμένου συνιστούν τυπικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του συμβολισμού. Τη ρευστή, φασματική ατμόσφαιρα επιτείνουν τα διανοητικά παιχνίδια των ηρώων, καθώς οι εφιάλτες τους ζωντανεύουν και στοιχειώνουν την πόλη, που, τυλιγμένη στην καταχνιά, μοιάζει να παγιδεύει ήρωες και αφηγητή.
Συγχρόνως, η οξεία ειρωνική ματιά του συγγραφέα απέναντι στις ιδεολογικές τάσεις και τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα του καιρού του, μη εξαιρουμένης της επανάστασης του 1905, η παρωδία θεμάτων και τεχνικών του παραδοσιακού μυθιστορήματος, καθώς και ο μετεωρισμός ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό στοιχείο μπολιάζουν το μυθιστόρημα με ένα ανατρεπτικό πνεύμα, χαρακτηριστικό που η Πετρούπολη μοιράζεται με άλλα έργα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα.
«Κατά τη γνώμη μου τα κορυφαία πεζογραφικά έργα του 20ού αιώνα είναι κατά σειρά τα εξής: ο Οδυσσέας του Τζόυς, η Μεταμόρφωση του Κάφκα, η Πετρούπολη του Μπέλυ και το πρώτο μισό του παραμυθένιου Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ».
ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΝΑΜΠΟΚΟΦ

Όλα όσα είναι [ή μπορεί και να είναι] μια πόλη
Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο, εσύ ο αναγνώστης, όταν νοιώθεις ότι έχεις παρασυρθεί και ακολουθείς τον συγγραφέα που σαν μαέστρος ενορχηστρώνει εικόνες, μουσικές, στιγμές και γεγονότα, και μαζί ήρωες και αναγνώστες; Όλα και όλους τους τοποθετεί με σκηνοθετική ευστροφία και έμπνευση και με εύστοχες παρεμβάσεις/οδηγίες μέσα στο εξαίσιο σκηνικό μιας πόλης, της Πετρούπολης, εκεί στα 1905, σημαδιακή χρονιά. Μπορείς, ας πούμε, να μιλήσεις για τη μουσική αυτού του βιβλίου ή να το δεις σαν ένα εξαίσιο εικαστικό δρώμενο ή έστω να μαζέψεις φράσεις σκόρπιες και να συνθέσεις ένα άλλο κείμενο, μικρότερο και περιεκτικότερο από τις επτακόσιες σελίδες καθαρής ανάγνωσης ετούτου εδώ. Και πάνω εκεί σε συνεπαίρνει ο ενθουσιασμός, αυτή η αιφνίδια έξαψη που δίνει καμιά φορά η τέχνη της γραφής, και λες ότι ο συγγραφέας εδώ τα έχει πει όλα και ακόμα περισσότερα από όσα θα μπορούσε να πει την εποχή εκείνη. Είναι όμως ένα τόσο ξεχωριστό βιβλίο και ξέρεις πως είσαι από τους τυχερούς που το γνώρισαν, όπως κάποτε χάρηκες για τον Προυστ, για τον Σελίν, τον Τζόυς, τον Ροτ, τον Μούζιλ, τον Κάφκα και κάποιους άλλους εκλεκτούς που ευτυχώς έκατσαν κι έγραψαν τι σκεφτόντουσαν κι έτσι έξαφνα σωθήκαμε όλοι.

Για πρώτη, λοιπόν, φορά μεταφράζεται η Πετρούπολη του Αντρέι Μπέλυ στα ελληνικά, στην πλήρη εκδοχή του 1913-14. Κι έτσι γνωριζόμαστε με το περίφημο έργο του μοντερνιστή συγγραφέα που ξάφνιασε και τους ομοτέχνους του. Και αλήθεια, από την αρχή ως το τέλος της ιστορίας σε τραβάει από το μανίκι, σε κρυφοκοιτάζει από τις γωνίες, χαίρεται σαν παιδί με την απορία σου: ποια επιτέλους είναι η ιστορία εδώ και ποια σειρά κρατά η αφήγηση; Τα γεγονότα όπως και οι ήρωες κυκλοφορούν σ’ αυτή την εμβληματική πόλη, μπερδεύονται μεταξύ τους, μηχανορραφούν, αυτοενοχοποιούνται, αποενοχοποιούνται, εξοργίζονται και μετανιώνουν, τρομοκρατούν και τρομοκρατούνται, αφήνονται στην τύχη ή προσπαθούν να αλλάξουν την τύχη τους. Στο κέντρο της ιστορίας μια βόμβα που δεν εκρήγνυται την ώρα που περιμένουμε, και έτσι σελίδα τη σελίδα θαρρείς θα ακούσεις τον εκκωφαντικό της θόρυβο αλλά ο συγγραφέας όλο το αναβάλλει. Γιατί θέλει να σου δείξει το πώς και το γιατί, όπως θέλει να σε τριγυρίσει στους δρόμους της πόλης για να δεις πώς είναι και πώς φοβάται ότι θα γίνει αν και όταν…

Η πόλη έχει δύο όψεις. Και οι άνθρωποι είναι μοιρασμένοι στα δύο. Δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους. Από τη μια, στο κέντρο της πόλης οι μεγαλοαστοί και οι αριστοκράτες, και απέναντι, στα νησιά, οι άλλοι, η απειλή για την κυριαρχία των μεγάλων και πλούσιων ονομάτων. Η σκοτεινή εκδοχή μιας άλλης πόλης, μιας άλλη Ρωσίας, που ονειρεύεται να καταπιεί την παλιά. Η Ρωσία του αναβρασμού, με τον ατμό ήδη να ανασηκώνει το καπάκι που άλλαξε τη μορφή της χώρας αλλά και τον τρόπο που έκτοτε βλέπουμε τα πράγματα. Και ο Μπέλυ εδώ είναι σε θέση να δώσει την ατμόσφαιρα, το κλίμα της μεταιχμιακής αυτής εποχής.

[…]οι κάτοικοι των νησιών συγκαταλέγονται κι αυτοί στον πληθυσμό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Η γενική απογραφή διεξάγεται και γι’ αυτούς. Έχουν κι αυτοί αριθμημένα σπίτια, οικόπεδα, δημόσια ιδρύματα. Ο κάτοικος του νησιού είναι δικηγόρος, συγγραφέας, εργάτης, υπάλληλος της αστυνομίας. Θεωρεί τον εαυτό του πολίτη της Πετρούπολης, είναι όμως κάτοικος του χάους, απειλεί να σκεπάσει μ’ ένα σύννεφο την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας.

Ο Απόλλων Απολλώνοβιτς δεν ήθελε να σκεφτεί περισσότερο: τα απείθαρχα νησιά πρέπει να συντριβούν, να συντριβούν! Να τα καρφώσουν στη γη με το σίδερο της πελώριας γέφυρας και να τα τρυπήσουν προς κάθε κατεύθυνση με τα βέλη των λεωφόρων.

Ο Απόλλων Απολλώνοβιτς Αμπλεούχοφ, που ονειρεύεται τη συντριβή αυτών των άλλων, γερουσιαστής, κατασταλαγμένος υποστηρικτής του καθεστώτος, σε ιδεολογική διαμάχη με τον γιο του, κάποια στιγμή θα αντιληφθεί ότι απειλείται η ζωή του από τρομοκρατική ενέργεια. Το εύρημα του συγγραφέα είναι ότι ο εκτελεστής έχει οριστεί να είναι ο γιος του! Ποιοι είναι, λοιπόν, οι εχθροί; Μια νέα τάξη πραγμάτων με φιλοδοξίες μεγάλες θέλει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με τους γεννήτορες, κυριολεκτικά και συμβολικά. Ο συμβολισμός άλλωστε είναι σχεδόν παντού σ’ αυτό το βιβλίο. Πίσω από λέξεις, χρώματα, ονόματα, διαρκώς εμφανίζονται τα δύο συμβαλλόμενα μέρη που επιζητούν την ένωσή τους προκειμένου να αποδοθεί σωστά το νόημα.

Μέσα σε τούτο το ρευστό γκρίζο φόντο, τελείες πρόβαλλαν ξάφνου στα παράθυρα και κοιτούσαν έκπληκτες: φώτα, φωτάκια, που η έντασή τους δυνάμωνε, ξεπετάγονταν μέσα από το σκοτάδι και γίνονταν κοκκινωπές κηλίδες, ενώ την ίδια στιγμή από ψηλά έπεφταν καταρράκτες γαλάζιοι, μενεξεδένιοι, μαύροι.

Η Πετρούπολη χανόταν μέσα στη νύχτα.

Αντρέι Μπέλυ 
Κάποια στιγμή εισβάλλει στην ιστορία το κόκκινο ντόμινο, και από κει και στο εξής θα στοιχειώνει τα πρόσωπα. Κι ας αποκαλύπτεται ποιος κρύβεται πίσω από τη μάσκα του. Η παρουσία του σημαίνει το πανηγύρι, το καρναβάλι, την υποκριτική διπλοπροσωπία, τη μασκαράτα, το ψεύτικο και το υποκρυπτόμενο προσωπείο, την απρόβλεπτη συνάντηση ίσως με τη μοίρα. Όσο για το κόκκινο χρώμα, η απειλή που προοιωνίζεται σαφέστατη.

«3 Οκτωβρίου. Στην πνευματιστική συνεδρία η οποία γινόταν στο διαμέρισμα της αξιοσέβαστης βαρόνης Ρ.Ρ., οι συγκεντρωμένοι πνευματιστές σχημάτισαν μια πνευματιστική αλυσίδα. Ακριβώς όμως τη στιγμή που τη σχημάτισαν, στο μέσον της αλυσίδας εμφανίστηκε ένα ντόμινο και, χορεύοντας, άγγιξε με τις πτυχές του μανδύα του την άκρη της μύτης του συμβούλου Σ. ο γιατρός του νοσοκομείου Γκ… διαπίστωσε ότι στη μύτη του συμβούλου υπήρχε ένα βαρύτατο έγκαυμα· σύμφωνα με διάφορες φήμες, η άκρη της μύτης του καλύφθηκε από μοβ κηλίδες. Εν ολίγοις, το κόκκινο ντόμινο είναι πανταχού παρόν».

Ένα απρόβλεπτο, αναπάντεχα πολύμορφο μυθιστόρημα, το οποίο διαβάζεται σήμερα με τη γνώση του παρόντος μέσα στα χρόνια που μεσολάβησαν και τις ανακατατάξεις της ιστορίας, αλλά και με τους ενδιαφέροντες πειραματισμούς στην τέχνη της γραφής. Πόσο όμως θα αποτελούσε πρωτοπορία στην εποχή του αυτός ο γνήσιος εκπρόσωπος του μοντερνισμού! Ακόμα και σήμερα ευχάριστα ξαφνιάζει με τη νεωτεριστική του γραφή. Η ιδιόμορφη αρχιτεκτονική της αφήγησης, η ανατροπή των κανόνων δομής κειμένου, η πληθώρα των σημείων στίξης! Εδώ αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Ειδικά σήμερα, στην εποχή της αμφισβήτησης των σημείων που καθοδηγούν τη σωστή ανάγνωση (κάτω από το πρίσμα της δήθεν απλοποίησης του κειμένου), έχουμε εδώ (σε πείσμα των καιρών) ένα κείμενο διάστικτο από κόμματα, τελείες, άνω τελείες, θαυμαστικά και αποσιωπητικά. Αναπόσπαστο κομμάτι και αυτά τα σύμβολα ανάγνωσης της σκηνοθεσίας που φτιάχνει ο Μπέλυ, καθοδηγώντας τους ήρωες σαν να ήταν ηθοποιοί και τον αναγνώστη σαν να είναι ο υποβολέας που τους βοηθά στην εκφορά του κειμένου. Απόλαυση αναγνωστική, συμμετοχή του αναγνώστη μέσα στην ιστορία, δίπλα στους ήρωες, μέσα στην πόλη, την Πετρούπολη.

Εν τέλει, ένα βιβλίο για μια πόλη στο μεταίχμιο κοσμογονικών αλλαγών. Αυτή θα μπορούσε να είναι η μία ανάγνωση. Και σε μία δεύτερη εκδοχή, εξίσου ενδιαφέρουσα, μια πορεία προς τη σκέψη των ανθρώπων, μια ανίχνευση των εσωτερικών διεργασιών που κατευθύνουν τις επιλογές. Γιατί τίποτα δεν γίνεται χωρίς τη συμβολή των αντικρουόμενων σκέψεων, αυτή τη διαλεκτική των αντιθέσεων όχι μόνο μέσα στους ιδεολογικούς χώρους αλλά και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Η πάλη με τον εαυτό του και με τα δεδομένα του. Καμία αμφιβολία πλέον για τις απαραίτητες σχεδόν επτακόσιες σελίδες στις οποίες εκτείνεται η ιστορία. Μήπως τελικά ήταν και λίγες;

Η μετάφραση από τα ρωσικά της Σταυρούλας Αργυροπούλου σε μια ρέουσα γλώσσα που υπηρετεί απολύτως το πνεύμα του έργου. Η ίδια προσφέρει και πολλές πληροφορίες στις σημειώσεις. Το επίμετρο από την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου τοποθετεί το έργο και τον συγγραφέα στην εποχή τους ολοκληρώνοντας και βοηθώντας την απρόσκοπτη πρόσληψη από τον αναγνώστη αυτού του πολυσήμαντου βιβλίου. Τέλος το εξώφυλλο, με την επεξεργασμένη εικόνα που τότε, το 1913 εξυπηρετούσε την παράσταση μιας φουτουριστικής όπερας, και τώρα ταιριάζει με τον τόσο περίεργα σύγχρονο και πρωτοποριακό συγγραφέα. Ο σχεδιασμός του εξωφύλλου από την Ούρσουλα Φωσκόλου με τις ελάχιστες κόκκινες πινελιές αχνά απειλητικές γύρω από την εικόνα αλλά μετασχηματιζόμενες στην εσωτερική πλευρά του εξωφύλλου στο απόλυτο κόκκινο. Κάποιες λεπτομέρειες που δένουν με το περιεχόμενο σε σύνολο εξαιρετικά ενδιαφέρον. Μια αναγνωστική πρόκληση αλλά και απόλαυση ξεχωριστή.

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό fractal

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

«Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950. Καταγραφή μιας περιπέτειας κτιρίων και ανθρώπων». Ανεκτίμητη παρακαταθήκη μνήμης για τη βιομηχανική δραστηριότητα στην πόλη της Λιβαδειάς από την Άννα Ψωμά


Ψωμά Άννα 
«Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950 
Καταγραφή μιας περιπέτειας κτιρίων και ανθρώπων»
Ιδιωτική Έκδοση, Λιβαδειά 2017, σχήμα 29,5x21,5 
τιμή πώλησης 38.00 €
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μία έκπληξη. Είναι φανερή η ένδεια της ελληνικής βιβλιογραφίας σε ό,τι αφορά τις βιομηχανικές δραστηριότητες που κατά καιρούς προσπαθούν να καταστήσουν την Ελλάδα βιομηχανική χώρα και να την απομακρύνουν από τη φτώχεια. Το βιβλίο, λοιπόν, ασχολείται αποκλειστικά με τη βιομηχανοποίηση και την πτώση της στην πόλη της Λιβαδειάς. Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν την ύπαρξη και τη δραστηριότητα της βιομηχανικής παραγωγής και κατεργασίας του βάμβακος σε αυτή την πόλη.
Το βιβλίο  «Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950» γράφτηκε από την Άννα Ψωμά, αρχιτέκτονα και ζωγράφο που γεννήθηκε και δουλεύει στη Λιβαδειά.  Η ίδια εξωτερικεύει την αγάπη της και το θαυμασμό της για τη γενέθλιο πόλη με μια σειρά βιβλίων, της οποίας το δεύτερο τίτλο αποτελεί το παρόν βιβλίο. Ο πρώτος τόμος της σειράς τιτλοφορείται: «Αρχοντικά της Λιβαδειάς. Κατάλοιπα αρχιτεκτονικής μνήμης». Θα ακολουθήσει και βρίσκεται υπό έκδοση ένα βιβλίο για την πολεοδομική ανάπτυξη της Λιβαδειάς.  Η Άννα Ψωμά δούλεψε αυθόρμητα για χρόνια ως ερευνήτρια της πόλης. Με τις επιστημονικές βάσεις που διαθέτει κατόρθωσε να αποτυπώσει σχεδιαστικά το μέγιστο τμήμα των παλαιών αρχοντικών και βιομηχανικών κτιρίων. Τα σχέδιά της είναι επαγγελματικά με απεικόνιση κάθε λεπτομέρειας και αυστηρή συμφωνία προς το αντικείμενο. Η δουλειά της, εκτός από την επαγγελματική δραστηριότητα, αποτελεί προσφορά προς την κοινωνία. Τα βιβλία της τυπώνονται με δικά της έξοδα και οι εισπράξεις διατίθενται για κοινωνικούς σκοπούς.

Το βιβλίο «Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950» αρχίζει με μια ιστορική περιγραφή της πόλης, ώστε ο αναγνώστης να κατατοπιστεί για το ιστορικό υπόβαθρο της βιομηχανικής δραστηριότητας στη Λιβαδειά. Ακολουθούν κεφάλαια με στοιχεία για την πόλη και το βαμβάκι της Βοιωτίας, που αποτελούσε το αντικείμενο της βιομηχανικής κατεργασίας.  Η γέννηση της βιομηχανικής δραστηριότητας στην πόλη της Λιβαδειάς ανάγεται στα μέσα του 19ου αιώνα. Ως κινητήριο μέσο για την κατεργασία του βαμβακιού χρησιμοποιήθηκε το νερό του ποταμού της Κρύας της Λιβαδειάς.  Το αποτέλεσμα κατέληξε στην ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής. Έτσι, το 1875 υπήρχαν στη Λιβαδειά 35 αλευρόμυλοι, 12 κλωστήρια και 10 ελαιοτριβεία, αλλά μόνο τέσσερα εκκοκκιστήρια και δύο υφαντήρια.  Η περιγραφή γίνεται ως το σημείο αυτό με τη βοήθεια παλαιών και σύγχρονων φωτογραφιών.
Στη συνέχεια αφιερώνονται 20 σελίδες στην περιγραφή του νερού που χαρακτηρίζεται ως «το χρυσάφι της Λιβαδειάς». Εξηγείται η τεχνική των καναλιών και η λειτουργία των υδροστροβίλων. Η ερευνήτρια διηγείται τη διαμάχη για τη διανομή του νερού. Κατόπιν ακολουθεί η περιγραφή συγκεκριμένων βιομηχανιών με τις εγκαταστάσεις τους. Δίδεται η αρχιτεκτονική μορφή των κατασκευών και των κτιρίων και παρατίθεται πλήθος φωτογραφιών και σχεδίων. Μεταξύ των περιγραφών υπάρχουν αναδιπλούμενοι χάρτες με λεπτομερέστατη περιγραφή των βιομηχανιών και των θέσεών τους. Το σύνολο αυτής της δουλειάς θα πρέπει να χρειάστηκε πολλά χρόνια εργασίας από την κ. Ψωμά. Τα σχέδια αυτά είναι αξεπέραστα σε ποιότητα, πιστότητα και λεπτομέρεια. Αν αναφερθεί κανείς στις μεγάλες εκδόσεις των περιηγητών του 16ου έως τον 19ο αιώνα, θα διαπιστώσει ότι τα σχέδια της κ. Ψωμά δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις μεγαλειώδεις λιθογραφίες των εκδόσεων αυτών. 
Ακολουθεί εντοπισμός και περιγραφή των υδροκίνητων βιομηχανιών, που περιγράφονται μία-μία σε σχέση πάντα με τους ιδιοκτήτες και τους δημιουργούς τους. Τα κείμενα εδώ είναι γεμάτα φωτογραφίες, παλιές και νέες, καθώς και σχέδια, γενεαλογικά δένδρα και κάθε σχετική λεπτομέρεια, ώστε ο αναγνώστης να έχει εικόνα της ανθρώπινης πλευράς της βιομηχανικής δραστηριότητας. Κατηγοριοποιούνται τα κτίρια σε αυτά που κατεδαφίστηκαν και σε αυτά που στέκονται ακόμη. Δημιουργείται έτσι η βεβαιότητα ότι η περιγραφή είναι σχεδόν πλήρης και επιτυγχάνει μια ανασύσταση του βιομηχανικού περιβάλλοντος στην παρερκύνια βιομηχανική ζώνη, όπως φαίνεται στον αναδιπλούμενο Χάρτη 1.

Έχουμε, λοιπόν, ένα ολοκληρωμένο βιβλίο βιομηχανικής ιστορίας με το οποίο δύσκολα μπορούν να συγκριθούν τα λίγα ανάλογα βιβλία που υπάρχουν στην ελληνική και ελπίζουμε το βιβλίο να αποκτήσει τη θέση του στη βιβλιοθήκη του κάθε ενδιαφερόμενου.  Περιμένουμε δε και την περαιτέρω προσφορά της κ. Ψωμά στη βιβλιογραφία της Λιβαδειάς.  

Δημήτρης Α. Μαυρίδης

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Επειδή τα βιβλία είναι σαν τις γυναίκες που επιθυμούμε. Ή τις κατακτάμε μόνοι μας διαλέγοντάς τες από έναν ουρανό ανάλογων άστρων ή οποιοσδήποτε άλλος τρόπος είναι κίβδηλος.

Του Μάνου Στεφανίδη επ. καθ. του Παν/μίου Αθηνών

Ο Μάρλοου κι εγώ δεν περιφρονούμε τις τάξεις των πλουσίων για τα λεφτά και τα λουτρά τους, τις περιφρονούμε γιατί είναι κάλπικες

Ραίημοντ Τσάντλερ*

Μπήκα φουριόζος σ' ένα βιβλιοπωλείο του κέντρου. Ένα παλιό παραδοσιακό βιβλιοπωλείο απ' αυτά που τείνουν να εκλείψουν. Ένα βιβλιοπωλείο που δεν σερβίρει καφέ ή λουκάνικα, που δεν πουλάει dvd, cd ή gadgets, που δεν είναι συγκεκαλυμμένο super market, που δεν κάνει προσφορές, δεν παρουσιάζει best sellers ή χρυσούς δίσκους, δεν διαφημίζεται από τα free press της πόλης ή από τα περιοδικά που ενώ υποτίθεται ότι αναφέρονται στα βιβλία, κατ' ουσίαν ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την αγορά τους και τους εμπόρους της. Υπόθεση μπεστ σέλερ που θα 'λεγε κι ο πάντα επίκαιρος - απών Χρήστος Βακαλόπουλος. Ένα βιβλιοπωλείο που, ακόμη, μιλάει και γράφει ελληνικά, που έχει υπαλλήλους περισσότερο διαβασμένους από τους τρέχοντες καθηγητές πανεπιστημίου - ιδίως αυτούς που είναι παράλληλα και υπουργοί - και που μυρίζει τόσο έντονα χαρτί, ώστε σχεδόν να σε μεθάει.
Μπήκα, λοιπόν, φουριόζος σαν για να κερδίσω τον άδικα σπαταλημένο καιρό και παρήγγειλα μονορούφι όλα εκείνα τα βιβλία που νόμιζα ότι είχα διαβάσει αλλά στην πραγματικότητα τ' αγνοούσα κι άλλα που τα γνώριζα, από μικρός όμως τα θυμόμουν σαν όνειρο και τα οποία εν πάση περιπτώσει είχα να ξεφυλλίσω από δεκαετίες. Από σνομπισμό, αφέλεια, ψευτολογιοσύνη, ψευτοπαρανόηση;
Ποιος ξέρει!.. Αναφέρομαι στο "Κόκκινο και το Μαύρο", την "Καρδιά του Σκότους", τους "Αδελφούς Καραμαζώφ", τον "Μόμπι Ντικ", την "Ανθρώπινη Κωμωδία", τη "Μαντάμ Μποβαρύ", τους "Δαιμονισμένους", την "Αισθηματική Αγωγή", τον "Πόλεμο και Ειρήνη", τη "Δίκη", τον "Ηλίθιο", τον "Πύργο", τον "Μεγάλο Γκάτζμπι", το "Καθώς ψυχορραγώ", τον "Μεγάλο Μωλν", τον "Μαιτρ και τη Μαργαρίτα", την "Ανάσταση", το "Ανατολικά της Εδέμ", το "Μαγικό Βουνό", την "Πείνα", τους "Δουβλινέζους" (ιδιαίτερα το τελευταίο διήγημα που ο Αριστηνός) το παραβάλλει με τον "Έρωτα στα Χιόνια"), τον "Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες", τη "Βοή και το πλήθος"...
Τ' αγκάλιασα όλα, τα φόρτωσα σε σακούλες, τα σεργιάνισα μέσα στους δρόμους που δήλωναν εορταστικοί αλλά δεν ήσαν, και σε ανθρώπους που θα ήθελαν να είναι αλλά δεν μπορούσαν. Στα καταστήματα οι τηλεοράσεις εξηγούσαν πόσο επιτυχημένες είναι οι κινήσεις του Γιωργάκη, τον οποίο έφερε στην εξουσία ο εξίσου επιτυχημένος Κωστάκης και οι ψήφοι αγελαίων οπαδών που πάντως δεν έχουν προχωρήσει ποτέ σε αυτοκριτική. Εξ ου και η σοβούσα κρίση. Η οποία, δυστυχώς, δεν είναι ούτε πρόσφατη, ούτε μόνο οικονομική. Και για την οποία ίσως να φταίει το ότι όλοι μας λίγο - πολύ έχουμε απομακρυνθεί από τις πηγές: τα κείμενα - πυλώνες του κοινού μας πολιτισμού. Ήμουν λοιπόν ο μόνος ευτυχισμένος εκείνου του κεντρικού δρόμου, του πλημμυρισμένου από βιτρίνες, μπαράκια και ανορεξικούς τύπους που κοιτούσαν αν τους κοιτάνε, επειδή κουβαλούσα υπερήφανα εκείνα τα βιβλία που ένωναν σαν βασιλική οδός (camino real) την ανώριμη νεότητά μου με την ανόρεχτη ωριμότητά μου. Ένα είδος μεταμέλειας πριν ένα συμβολικό Πάσχα.
Θα τα διάβαζα λοιπόν όλα ξανά, αμέσως αλλά και αλλιώς, βουτηγμένος σε νέες απολαύσεις και περιτριγυρισμένος από παλιές ηδονές, τέτοιες που ευτυχώς δεν μπορεί να νιώσει ο πρόεδρος του ΣΕΒ ή ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Κι αυτό είναι η μικρή μου εκδίκηση θα έλεγα, η μικρή μας εκδίκηση.
Σε τελική ανάλυση όσα νέα βιβλία κυκλοφορούν κατά χιλιάδες σήμερα, είναι, εν πολλοίς, σχόλια ή αναφορές ή αντιγραφές αυτών των κειμένων που έσφιγγα με ερωτικό πάθος κι ανάλογες τύψεις πάνω στο στήθος μου ανάμεσα Ιπποκράτους και Σόλωνος.
Πλήρωσα, που λέτε, στο ταμείο πανευτυχής και αρνήθηκα την οποιαδήποτε έκπτωση - προσφορά του ευγενικού υπαλλήλου. Όχι πια άλλα βιβλία - προσφορά ήταν ο συμβολισμός της άρνησής μου. Ήταν κάτι που το χρωστούσα στον εαυτό μου εδώ και πολλά χρόνια. Χρήματα για βιβλία, το καλύτερο αντίδοτο στην κρίση, η σοβαρότερη, αντικαταναλωτική χειρονομία. Κι επιτέλους η χαρά της ανάγνωσης χωρίς υποχρεώσεις, οπισθοβουλίες ή αντίδωρα προς τη συντεχνία. Ιδιαίτερα μάλιστα τώρα που την όποια κριτική ή δημιουργικό διάλογο, την όποια αντίρρηση έχει υποκαταστήσει η στρατηγική της αλλαξοκωλιάς.
Η έγγραφη συμπαιγνία των διανοουμένων. Το "σου γράφω, για να μου γράφεις". Δηλαδή το τίποτε της γραφής ως επικοινωνία των μετρίων. Βιβλία, τέλος, που δεν μου προμήθευσαν στανικά με την εφημερίδα της Κυριακής ο Τεγόπουλος ή ο Μπόμπολας σε πρόστυχο χαρτί και προστυχότερη συγκατάβαση. Είναι πάντως ντροπή για το συλλογικό μας φιλότιμο να συστήνει -ως προσφορά!- τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στο πανελλήνιο ο κ. Χαντζηνικολάου και η εφημερίδα του. Επειδή τα βιβλία είναι σαν τις γυναίκες που επιθυμούμε. Ή τις κατακτάμε μόνοι μας διαλέγοντάς τες από έναν ουρανό ανάλογων άστρων ή οποιοσδήποτε άλλος τρόπος είναι κίβδηλος. (Ο Ραίημοντ Τσάντλερ θα έλεγε "κάλπικος")... 

 * Από το βιβλίο "Αντίο Γλυκιά μου" εκδ. Άγρα 1986, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, σελ. 336.
Είχα ξεκινήσει να γράφω κείμενο αντίστοιχου περιεχομένου όταν ψάχνοντας κάποιες πληροφορίες βρήκα το παραπάνω σχόλιο σε φύλλο της Αυγής λίγο μετά το Πάσχα. Με εκφράζει απόλυτα και το αναδημοσιεύω ευχαριστώντας την τύχη μου και το Μάνο Στεφανίδη.
Στην ΑΥΓΗ είχε τίτλο 
Πασχαλινό σκάνδαλο! Ολίγα για τη στρατηγική της αλλαξοκωλιάς.
Ν.Λ.
Υ.Γ.  Πρώτη ανάρτηση μετά το Πάσχα 2010
Δεύτερη ανάρτηση μετά το Πάσχα 2012
Τρίτη ανάρτηση Καλοκαίρι 2015
 Τέταρτη ανάρτηση καλοκαίρι 2017
(γιατί το κείμενο είναι διαχρονικό)
-->

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

ΛΙΓΗ ΖΩΗ : ένας τραγικός, υπερβατικός ύμνος στην αγάπη, μια αριστοτεχνική απεικόνιση του σπαραγμού, της τυραννίας της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής



Από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, το βιβλίο της Hanya Yanagihara με τίτλο Λίγη ζωή προσαρτά αδιάλειπτα στους κόλπους των φανατικών του αναγνωστών όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου που το διαβάζει.

Η κυκλοφορία του βιβλίου στο εξωτερικό, τον Μάρτιο του 2015, ήταν μάλλον αθόρυβη, παρότι οι κριτικές ήταν ενθαρρυντικές, αλλά η μάλλον απροσδόκητη μετατροπή του μυθιστορήματος σε βιβλίο της χρονιάς άρχισε να φαίνεται στις αρχές του καλοκαιριού: η Λίγη ζωή διαδιδόταν από στόμα σε στόμα και από τουίτ σε τουίτ, από ανθρώπους που μόλις το διάβαζαν αναζητούσαν εναγωνίως ανθρώπους που το είχαν διαβάσει κι αυτοί για να το συζητήσουν. Οι περισσότεροι αναφέρουν ότι πολλά αποσπάσματα τα διάβαζαν κλαίγοντας. Έτσι, οι ίδιοι οι αναγνώστες του βιβλίου με τα ενθουσιώδη σχόλιά τους στο twitter, το instagram και το goodreads το μετέτρεψαν σε παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο.

Όποιος πιάνει στα χέρια του τη Λίγη ζωή, δεν υπάρχει περίπτωση να την εγκαταλείψει προτού φτάσει στην τελευταία σελίδα και οι σχεδόν 900 σελίδες της σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν εμπόδιο. Ακόμα όμως και όταν η ιεροτελεστία της ανάγνωσης λάβει τέλος, οι ήρωες του βιβλίου δύσκολα ξεχνιούνται κι εξακολουθούν να τριβελίζουν το νου του αναγνώστη για πολύ καιρό ακόμα. Οι περισσότεροι αναγνώστες του βιβλίου ομολογούν ότι δυσκολεύονται να αφήσουν τους ήρωες του βιβλίου πίσω και θα ήθελαν, με κάποιο τρόπο, να τους ξανασυναντήσουν.


Με πρόζα πλούσια και λαμπρή, η αμερικανίδα συγγραφέας με καταγωγή από τη Χαβάη συνθέτει έναν τραγικό, υπερβατικό ύμνο στην αγάπη, μια αριστοτεχνική απεικόνιση του σπαραγμού, της τυραννίας της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής που δεν αφήνει ασυγκίνητο ακόμα και τον πιο αδιάφορο αναγνώστη.

Λίγη ζωή

Χάνια Γιαναγκιχάρα
μετάφραση: Μαρία Ξυλούρη
Μεταίχμιο, 2016
896 σελ.
ISBN 978-618-03-0690-3
Τιμή € 24,40

Τέσσερις φίλοι και συμφοιτητές μετακομίζουν, μετά την αποφοίτησή τους, στη Νέα Υόρκη για να φτιάξουν τη ζωή τους - άφραγκοι, χαμένοι, με μόνο τους στήριγμα τη φιλία τους και τις φιλοδοξίες τους: Ο ευγενής, ωραίος Γουίλεμ, επίδοξος ηθοποιός ο Τζέι Μπι, ζωγράφος από το Μπρούκλιν, που προσπαθεί να κατακτήσει τον καλλιτεχνικό κόσμο ο Μάλκολμ, αρχιτέκτονας σε μια σημαντική εταιρεία· και ο Τζουντ - ο ιδιοφυής, αινιγματικός Τζουντ. Όπως περνούν οι δεκαετίες, οι σχέσεις τους βαθαίνουν, αλλά και σκοτεινιάζουν, καθώς τις χρωματίζουν ο εθισμός, η επιτυχία, η περηφάνια. Ωστόσο η σπουδαιότερη πρόκληση, συνειδητοποιούν όλοι, είναι ο ίδιος ο Τζουντ, πλέον ένας απίστευτα χαρισματικός δικηγόρος μα και ένας άνθρωπος ολοένα και πιο διαλυμένος, με το σώμα του και τον νου του σημαδεμένα από τους ανείπωτους τρόμους της παιδικής του ηλικίας - κυνηγημένος από τραύματα που φοβάται ότι όχι μόνο δεν θα ξεπεράσει ποτέ, αλλά και θα τον ορίζουν για πάντα. Με πρόζα πλούσια και λαμπρή, η Γιαναγκιχάρα γράφει έναν τραγικό, υπερβατικό ύμνο στην αγάπη, μια αριστοτεχνική απεικόνιση του σπαραγμού, της τυραννίας της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής.

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΡΕΝΑ : η ηρωίδα του Κορτώ που προσκαλεί τους αναγνώστες σ' ένα συναρπαστικό ταξίδι μέσα από τις σελίδες του νέου του βιβλίου


"Εγώ που λες, αγόρι μου, είμαι παλιά πουτάνα.
Για να καταλάβεις, έχω πάει μέχρι με τον Καρυωτάκη".

Εκατό πατημένα η Ρένα, κι ένα πρωί φτιάχνει καφέ και κάθεται να αφηγηθεί τη ζωή της σ' έναν νεαρό επισκέπτη, που έτυχε να δει τη φωτογραφία της σε μιαν εφημερίδα.

Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα σ' ένα μπουρδέλο στα Χαυτεία, πόρνη κι η ίδια απ' τα δώδεκα, η Ρένα έχει μοναδικό οδηγό της την αγάπη: την αγάπη για τον Μάρκο, που την μπάζει στο Κόμμα, για τη Ρούλα, που της φανερώνει την άλλη όψη του έρωτα, για τον Βασίλη, που μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της και της δίνει μια ανάσα ελπίδας πριν το βαθύ σκοτάδι.

Κι από αγκαλιά σε αγκαλιά, από πάθος σε πάθος, η Ρένα γίνεται άθελά της κομμάτι της ιστορίας - μια σαστισμένη κουκκίδα μες στο πλήθος, απ' την απεργία των καπνεργατών στη Σαλονίκη και την αιματηρή της κατάληξη μέχρι τα Δεκεμβριανά, την εξορία στα ξερονήσια, την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Κι η Ρένα ανάβει κι άλλο τσιγάρο, γεμίζει πάλι το ποτήρι, κλοτσάει το κουβάρι της ιστορίας της - κι η μνήμη ζωντανεύει, γίνεται παρέα.

Μια καρδιά σαν κλείστρο μηχανής, που ο κάθε χτύπος της φωτογραφίζει αυτό που πρέπει να θυμάσαι.


Ρένα
Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Πατάκη, 2017
220 σελ.
ISBN 978-960-16-6921-2
Τιμή € 11,10


Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Κάθε χρόνο στις 16 Ιουνίου η παγκόσμια γιορτή ενός εμβληματικού βιβλίου. ΟΔΥΣΣΕΑΣ του Τζέημς Τζόυς


Κάθε 16 Ιουνίου στο Δουβλίνο αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο τιμούν τον James Joyce και το εμβληματικότερο έργο του 20ου αιώνα ΟΔΥΣΣΕΑΣ.
Ο Οδυσσέας είναι ο απολογισμός μιας μοναδικής μέρας, της 16ης Ιουνίου 1904. Ο χώρος είναι συγκεκριμένος, το Δουβλίνο. Ένας πολίτης αυτής της πόλης, ο Λεοπόλδος Μπλουμ, ξυπνάει το πρωί και φεύγει για τη δουλειά του. Οι κοινωνικές, οι επαγγελματικές και οι συναισθηματικές υποχρεώσεις του καθυστερούν την επιστροφή του μέχρι τις πρώτες ώρες της επόμενης ημέρας.
Αυτή η αργοπορία επιστροφής δεν συνιστά τη μοναδική ομοιότητα με το αρχαϊκό του πρότυπο. Ο Λεοπόλδος Μπλουμ περνάει μέσα από μια αντιστοιχία περιπετειών ανάλογων μ' εκείνες του Οδυσσέα. Το κατέβασμα στον Άδη βρίσκει την αντιστοιχία του στην μετάβαση του Μπλουμ στο νεκροταφείο, το οποίο επισκέπτεται συνοδεύοντας στην τελευταία του κατοικία ένα φίλο που πέθανε απροσδόκητα. Το νησί του Αιόλου βρίσκει την αντιστοιχία του στα γραφεία μιας εφημερίδας, όπου φυσάνε όλοι οι άνεμοι. Οι Σειρήνες είναι τα κορίτσια του μπαρ του ξενοδοχείου Όρμοντ, στο οποίο καταφεύγει ο Μπλουμ για ένα καθυστερημένο γεύμα και ακούει από τη διπλανή αίθουσα μερικούς φίλους να τραγουδούν με την συνοδεία του πιάνου. Η σπηλιά του Κύκλωπα είναι το μπαρ Μπάρνεϋ Κίερναμ, όπου συχνάζει κάποιος φανατικός εθνικιστής που κατονομάζεται ως Πολίτης και που διακηρύσσει τη μισαλλοδοξία του απέναντι σε καθετί που δεν είναι ιρλανδέζικο και που προκαλεί ένα μικρής έκτασης πογκρόμ στον Μπλουμ ο οποίος είναι εβραϊκής καταγωγής. Η Κίρκη είναι ένα πορνείο της νυχτερινής πόλης, το οποίο επισκέπτεται ο Μπλουμ για να βοηθήσει ένα μισοπεθαμένο νεαρό που συνάντησε πριν λίγο και που νιώθει γι' αυτόν ένα ισχυρό αίσθημα πατρικής φροντίδας.
Η δράση είναι ελάχιστη, όμως η τεχνική του "εσωτερικού μονόλογου" που επινοεί ο συγγραφέας για την έκθεση της αφήγησής του, του παρέχει την δυνατότητα να σχολιάσει με ακρίβεια και με λεπτομέρειες όλο το πλέγμα των σχέσεων των προσώπων που λαμβάνουν μέρος σ' αυτό το σε μικρογραφία έπος. Ο μεσήλικας κύριος Μπλουμ, καθώς και ο νεαρός Στήβεν Ντένταλους (που παίζει τον ρόλο του ομηρικού Τηλέμαχου), ανασυνθέτουν και επανεξετάζουν μέσα στους συλλογισμούς τους όλα τα προβλήματα που θίγει και ο Έλληνας ποιητής. Το ενδιαφέρον του σύγχρονου αναγνώστη εστιάζεται τόσο στις ομοιότητες του μύθου όσο και στις διαφορές και στις ανατροπές του, οι οποίες τον βοηθούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων κατ' αρχήν για μια σύγκριση του κόσμου μας με τον κλασικό κόσμο και δεύτερον για την ανίχνευση της ηθικής και πνευματικής πορείας του σύγχρονου κόσμου μας μέσα στον οποίο ζούμε.

Joyce James, 1882-1941


Ο James Augustine Aloysious Joyce (1882-1941) γεννήθηκε στις 2 Φλεβάρη σε προάστειο του Δουβλίνου, από τυπική Ιρλανδική οικογένεια, μεγαλύτερος από τα 10 τους παιδιά. Ο πατέρας, John Stanislaus Joyce, φανατικός αντικληρικός και φιλελεύθερος, ενώ η μητέρα φανατικά καθολική. Στα παιδικά χρόνια του, η οικογένειά του ήταν εύπορη αλλά το 1891, εξαιτίας κακών οικονομικών χειρισμών και με τον αλκοολισμό του πατέρα, οδηγήθηκε στη πτώχευση. Η οικογένεια πουλά σιγά-σιγά τη περιουσία της. Περνούνε περίοδο μεγάλης ανέχειας. Σε 10 χρόνια μετακομίζουνε 12 φορές. Ο πατέρας αλκοολικός χρωστούσε παντού. Πρώτες σπουδές το 1888 στο κολέγιο Clongowes Wood, όμως αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει είτε λόγω ασθένειας, είτε λόγω αδυναμίας πληρωμής διδάκτρων. Για σύντομο διάστημα πήρε μαθήματα κατ' οίκον αλλά και στη σχολή Christian Brothers (Χριστιανοί Αδελφοί) μέχρι που του προσφέρθηκε θέση στο κολέγιο Belvedere, διευθυνόμενο από Ιησουίτες. Η παραδοσιακή πειθαρχία των καθολικών θα γίνει η πρώτη εξορία κι ο λαβύρινθός του. Σε μιαν εφηβική κρίση μάλιστα κόντεψε να γίνει ιερέας. Παρά το θρησκευτικό περιβάλλον όμως, που μέσα του σπούδασε, στα 16 του αρνήθηκε τον καθολικισμό. "Θα με σώσει μια πόρνη κι η ποίηση", θα πει αργότερα. Το 1898, γράφτηκε στο University College Dublin και σπούδασε κυρίως αγγλικά, γαλλικά κι ιταλικά ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στους θεατρικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Το 1900 δημοσιεύτηκε πρώτη φορά κείμενο του, στην εφημερίδα "Fortni" κι αφορούσε κριτική μελέτη στη θεατρική δραματουργία του Ίψεν -δέχτηκε αργότερα ευχαριστήρια επιστολή από τον ίδιο τον Νορβηγό συγγραφέα. Ακολούθησαν αρκετές δημοσιεύσεις κριτικών του. Θεωρείται επίσης πως ολοκλήρωσε τουλάχιστον 2 θεατρικά έργα, που όμως δεν έχουν διασωθεί. Μετά την αποφοίτησή του το 1903 αποφάσισε να φοιτήσει στην Ιατρική Σχολή Δουβλίνου, αλλά ταξίδεψε στο Παρίσι και σύντομα εγκατέλειψε τις ιατρικές σπουδές. Από 11/11/1902-19/11/1903 δημοσιευτήκανε συνολικά 23 βιβλιοκριτικές του. Τον Απρίλη του 1903 επέστρεψε στο Δουβλίνο καθώς έμαθε πως η μητέρα του έπασχε από καρκίνο. Προσπάθησε να τον πείσει, έστω την ύστατη στιγμή της, ν' ασπαστεί τον καθολικισμό, μα κείνος αρνήθηκε να γονατίσει και να προσευχηθεί για τη σωτηρία της, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Άρχισε να πίνει κι η κατάσταση ήτανε πολύ άσχημη κι όταν η μητέρα πέθανε στις 13 Αυγούστου, καθώς εκείνος συνέχισε το ποτό κι έφερε βαριά την άρνησή του στη θέλησή της, γεγονός που τον επηρέασε βαθιά. Την επόμενη χρονιά κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο του Feis Ceoil, τραγουδώντας, καθώς ήτανε και θαυμάσιος τενόρος.

Το Γενάρη του 1904 ολοκλήρωσε το "Πορτρέτο Του Καλλιτέχνη" (A Portrait Οf Τhe Artist), η δημοσίευσή του όμως, απορρίφθηκε από το περιοδικό Dana. Παράλληλα ξεκίνησε τη συγγραφή του μυθιστορήματος "Στέφεν ο Ήρωας" (Stephen Hero), έργο που έμεινε ημιτελές. Την ίδια χρονιά, στις 6 Ιουνίου, (η μέρα bloomsday), καταγράφεται η πρώτη γνωριμία του με τη Νόρα Μπάρνακλ (Nora Barnacle), καμαριέρα σε ξενοδοχείο, που την ερωτεύτηκε και μαζί της αργότερα, τον Οκτώβρη, εγκατέλειψε την Ιρλανδία. Αρχικά εγκατασταθήκανε στη Ζυρίχη κι έπειτα στη Τεργέστη, που εργάστηκε σα δάσκαλος στη σχολή Berlitz. Στις 27 Ιουλίου 1905, αποκτήσανε τον πρώτο τους γιο, Giorgio -συνολικά στα 36 χρόνια κοινής τους ζωής, αποκτήσανε 2 παιδιά. Στη Τεργέστη, παρέμεινε για τα επόμενα 15 περίπου χρόνια, με διακοπή 1 έτους, όταν τον Ιούλιο του 1906, εγκατασταθήκανε στη Ρώμη, που εργάστηκε σα τραπεζικός υπάλληλος. Επισκεπτόταν αραιά και που το Δουβλίνο, ενώ το 1909 προσπάθησε για σύντομο χρονικό διάστημα, σε συνεργασία μ' άλλους επιχειρηματίες να λειτουργήσει κινηματογράφους στην Ιρλανδία. Σύντομα εγκατέλειψε το εγχείρημα κι επέστρεψε στη Τεργέστη αφού όμως προηγουμένως είχε υπογράψει συμβόλαιο με τον εκδοτικό οίκο "Maunsel & Co"., για την έκδοση της συλλογής διηγημάτων "Δουβλινέζοι". Τελικά όμως το έργο αυτό τυπώθηκε το 1914 από τον οίκο Grant Richards. Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και το "Πορτρέτο του Καλλιτέχνη", στο περιοδικό "Egoist", ενώ η έκδοση του βιβλίου έγινε το 1916 στη Νέα Υόρκη και το 1917 στο Λονδίνο. Το 1914 ξεκίνησε τη συγγραφή του σημαντικότερου βιβλίου του, του "Οδυσσέα". Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του, μετακόμισε στο Παρίσι, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ και παρέμεινε για τα επόμενα 20 περίπου χρόνια. Το 1922 εκδόθηκε ο "Οδυσσέας" ενώ την ίδια περίοδο ξεκινά πρώτη επεξεργασία στο "Ξύπνημα του Φίνεγκαν" (Finnegan's Wake), που αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Transatlantic Review" πρώτη φορά το 1924. Η τελική έκδοση του έργου χρονολογείται το 1939, χάρη στις προσπάθειες των Maria & Eugene Jolas, που τον ενθαρρύνανε σχετικά με την ολοκλήρωση του έργου και παρά τις απογοητεύσεις του ιδίου, εξαιτίας της αρχικής υποδοχής του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν άνετα οικονομικά. Στις 4 Ιουλίου 1931 μετά από 27 χρόνια κοινή ζωής ο James κι η Nora παντρεύονται. Το 1932 πεθαίνει ο πατέρας του και την ίδια χρονιά γίνεται παππούς. Στις 14 Δεκέμβρη 1940, ο Τζόυς κι η οικογένεια του εγκαταλείψανε το Παρίσι για τη Ζυρίχη. Ένα μήνα μετά στις 13 Γενάρη 1941 πέθανε πρόωρα, σ' ηλικία 58 ετών, από πολύ προχωρημένο έλκος και θάφτηκε στο εκεί νεκροταφείο.


Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2015)
(2014)
Οδυσσέας, Κάκτος
(2014)
(2013)
Γράμματα στη Νόρα, Εκδόσεις Πατάκη
(2013)
(2013)
(2013)
(2012)
Οδυσσέας, Κέδρος
(2012)
(2012)
(2010)
Αραβία, Μπιλιέτο
(2006)
Οι Δουβλινέζοι, Ελευθεροτυπία
(2004)
Δουβλινέζοι, Ηριδανός
(2000)
Τα ποιήματα, Οδός Πανός
(1997)
Η πανσιόν και άλλα διηγήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996)
Οι νεκροί, Ύψιλον
(1995)
Στήβεν ο ήρωας, Αλεξάνδρεια
(1994)
Giacomo Joyce, Σμίλη
(1994)
Φανερώσεις, Το Ροδακιό
(1990)
Οδυσσέας, Κέδρος
(1988)
Ο νεκρός, Εκδόσεις Σιάτρα
(1987)
Οι Δουβλινέζοι, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1985)
Οι Δουβλινέζοι, Εκδόσεις Γκοβόστη
(1982)
(1977)
Giacomo Joyce, Χατζηνικολή
(1977)
(1971)
Δουβλινέζοι, Γαλαξίας

πηγή: βιβλιονέτ