Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΝ... Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυροῦ Μελίτωνος Χατζῆ γνωστὴ ὡς ἡ ὁμιλία γιὰ τὸν καρνάβαλο.



ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΝ...
Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος 
κυροῦ Μελίτωνος Χατζῆ (1913-1989)
στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἀθηνῶν,
 
τὴν Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου, 8η Μαρτίου 1970.
 
Εἶναι γνωστὴ ὡς ἡ ὁμιλία γιὰ τὸν καρνάβαλο.


Ἀδελφοί μου,
Τίποτε δὲν καυτηρίασε ὁ Κύριος τόσο πολύ, ὅσο τὴν ὑποκρισία.
Καὶ ὀρθῶς, εἰς αὐτὴν εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε ὁ μεγαλύτερος παραπλανητικὸς κίνδυνος, δηλαδὴ τὸ ἑωσφορικὸν ἀγγελοφανὲς φῶς. Εἶναι πράγματι φοβερὴ ἡ δύναμις τῆς ὑποκρισίας. Τόσο γι᾿ αὐτὸν ποὺ τὴ ζῇ καὶ τὴν ἀσκεῖ, ὅσο καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὴν ὑφίστανται. Καὶ εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ὑποκρισία, διότι ἀνταποκρίνεται πρὸς βαθύτατον ψυχολογικὸν αἴτημα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ φανῆ αὐτὸς ποὺ δὲν εἶναι. Ἀκόμη καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐαυτοῦ του καὶ ἐνώπιον τοῦ θεοῦ. Καὶ ἔτσι ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἁπλότητα καὶ φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν σωτηρίαν.
Σὲ λίγες ὧρες ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν ναόν, ἔξω ἀπὸ τὴν γαλήνην του, εἰς τοὺς δρόμους αὐτῆς τῆς Πολιτείας, θὰ παρελάσῃ ὁ Καρνάβαλος. Μὴ τὸν περιφρονήσετε καὶ μὴ τὸν χλευάσετε καὶ μὴ μὲ κατακρίνετε, ποὺ τὸν ἀναφέρω αὐτὴ τὴ στιγμή. Δὲν εἶναι καθόλου ἄσχετος μὲ τὸ μέγιστο πρόβλημα τῆς ὑποκρισίας. Νὰ τὸν προσέξετε ἐφέτος τὸν Καρνάβαλο μὲ σεβασμὸ καὶ βαθὺ στοχασμό. Εἶναι πανάρχαιο τὸ φαινόμενο καὶ εἶναι φαινόμενο βαθυτάτου καὶ ἀγχώδους αἰτήματος τῆς ψυχῆς τοῦ ἄνθρωπου, νὰ λυτρωθῇ ἀπὸ τὴν καθημερινή του ὑποκρισία μὲ μίαν ἔκφρασιν ἀνωνύμου, διονυσιακῆς νέας ὑποκρισίας.
Εἶναι τραγικὴ μορφὴ ὁ Καρνάβαλος.
Ζητεῖ
 νὰ λυτρωθῆ ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν ὑποκρινόμενος. 
Ζητεῖ
 νὰ καταλύσῃ ὅλες τὶς ποικίλες προσωπίδες, ποὺ φορεῖ κάθε μέρα μὲ μία νέα, τὴν πιὸ ἀπίθανη. 
Ζητεῖ
 νὰ ἐκκενώσῃ ὅ,τι ὑπάρχει ἀπωθημένο μέσα στὸ ὑποσυνείδητό του καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ, ἀλλὰ ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει, ἡ τραγωδία τοῦ Καρνάβαλου παραμένει ἄλυτη. Τὸ βαθύτατο αἴτημά του εἶναι νὰ μεταμορφωθῆ.
Ἐδῶ, λοιπόν, εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας, κοντὰ στὸν Καρνάβαλο. Σ᾿ αὐτὸν ποὺ ζητεῖ μεταμόρφωση, τὸ κεντρικὸ κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὴν μεταμόρφωσι. 
Νὰ μὴ τὸν καταδικάσουμε, λοιπόν, τὸν Καρνάβαλο, ἀλλὰ νὰ σταθοῦμε καὶ κάτω ἀπὸ τὴν προσωπίδα του νὰ ἀκούσωμε τὴν ἀγωνία του, τὴν ἔκκλησί του καὶ τὸ δάκρυ του.
 
Ἐπαναλαμβάνω, τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ βαθύτερο κήρυγμα ζητεῖ ὁ Καρνάβαλος, περιφερόμενος εἰς τοὺς δρόμους τῆς Πολιτείας: Τὴ μεταμόρφωσι. 
Καὶ εἶναι ὁ εἰλικρινέστερος καὶ ἐντιμότερος τῶν ὑποκριτῶν.
Ἴσως θὰ νομίσετε, ὅτι ἀστειεύομαι. Ἀπολύτως ὄχι. Δὲν ὑπάρχει σοβαρώτερο πρόβλημα αὕτη τὴν ὥρα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ δική μας Ἐκκλησία, νὰ νοηθῇ ὡς ἄσχετη πρὸς τὴ ζωή, πρὸς τοὺς καιρούς, πρὸς τὴν ἀγωνίαν αὐτῆς τῆς ὥρας, πρὸς τὰ φλέγοντα προβλήματα αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἁπλῶς ὡς πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη καὶ θεωροῦσα τὰ περὶ αὐτήν. Ὡς Ἐκκλησία εἴμεθα ἐμπεπλεγμένοι εἰς τὴν πορείαν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν περιπέτεια, ποὺ ὀνομάζεται Ἱστορία, ἄγουσα εἰς τὴν τελείωσιν τῶν ἐσχάτων.
Ὑποκρινόμενοι τὴν χθές, ἀπουσιάζομεν ἀπὸ τὴν σήμερον καὶ ἡ αὔριον ἔρχεται ἄνευ ἡμῶν. 
Ὁμιλῶν εἰς τὴν 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Γενεύης, εἶχον εἰπεῖ: «Ἡ χθὲς παρῆλθε πρὸ πολλοῦ, οὔτε κἂν τὴν σήμερον ζῶμεν, μᾶς προέλαβεν ἡ μεθαύριον». Τὸ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ σήμερον ἐντονώτερον. Διότι εἶναι ἡ πέραν τῆς αὐτάρκους ὑποκρισίας ἀλήθεια, ἡ ἁπλή, ἡ εὐκολωτέρα ἀντιμετώπισις τῶν προβλημάτων εἶναι νὰ τὰ χλευάσῃ καὶ νὰ τὰ κατακρίνῃ κανεὶς καὶ νὰ ἀντιπαρέλθῃ, ὅπως ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης τῆς Σαμαρειτικῆς παραβολῆς. Ἀλλὰ ἡ πληγὴ εἶναι ἐδῶ καὶ κράζει.
Ποιὸς μπορεῖ ὑπευθύνως νὰ μᾶς πῇ, ὅτι εἶναι ἔξω κάθε ἱστορικῆς, ἐξελικτικῆς πραγματικότητας ὅλα αὐτὰ τὰ συνταρακτικὰ γεγονότα καὶ φαινόμενα τῆς νέας γενεᾶς τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἔξαλλος μουσική, οἱ ἔξαλλοι χοροί, ἡ ἔξαλλος ἐπένδυσις, ὅλη αὐτὴ ἡ παγκόσμιος ἐπανάστασις τῆς νεολαίας;
Άν ὅλοι οἱ μικρόνοες, ὅλοι οἱ ἐθελοτυφλοῦντες, ὅλοι οἱ παρελθοντολόγοι καὶ ἐγκαυχώμενοι διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς ἐποχῆς των συνωμοτήσουν, διὰ νὰ κατακρίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει χρέος νὰ σταθῇ μὲ θεανδρικὴν κατανόησιν, ἐνανθρωπιζομένη ὅπως ὁ Κύριός της ἐν μέσῳ ἑνὸς νέου κόσμου, ποὺ ἔρχεται μακρόθεν, καὶ νὰ ἀκούση αὐτὴ τὴν ἀγωνιώδη κραυγήν, ποὺ ἀναπηδᾶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ θεωρούμενα ἀπὸ ἐμᾶς ἔξαλλα πράγματα. Κάτι ἔχει νὰ μᾶς πῇ μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ φαινόμενα αὐτὸς ὁ κόσμος, ποὺ ἔρχεται νέος εἰς τὸ προσκήνιον τῆς Ἱστορίας.
Τὰ νομιζόμενα ἔξαλλα δι᾿ ἡμᾶς τοὺς παλαιούς, ὅταν λάβωμεν ὑπ᾿ ὄψιν τὸ φοβερὸν γεγονός, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ τεραστία ἀπόστασις, ποὺ ὑπάρχει στὴ διαδοχὴ τῶν γενεῶν, δηλαδὴ ἡ γενεά, ἡ ὁποία ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ ἐμένα ἔχει ἀπόστασιν τριῶν γενεῶν. Πῶς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ τὴν κατανοήσωμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν νέαν γενεάν, ποὺ ἔρχεται, ἐὰν δὲν εἴμεθα Ἐκκλησία Χριστοῦ συνεχῶς ἐνανθρωπίζομενη, συνεχῶς μεταμορφουμένη καὶ συνεχῶς μεταμορφώνουσα;
...
Δὲν θὰ ἐπιζήσωμεν ὡς χριστιανικαὶ ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίαι καὶ Ὁμολογίαι τοῦ κύματος αὐτοῦ τῶν ἐπερχομένων, ἐὰν δὲν ἑνωθῶμεν ὅλοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Εἶναι πλέον ἡ ὥρα νὰ λυτρωθῶμεν ἐκ τῆς ἀντιπατερικῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μόνον μέχρις ἑνὸς ὁρισμένου σημείου τῆς Ἱστορίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν θείαν Ἀποκάλυψιν. Πρέπει, ἐπὶ πλέον τοῦ πατερικοῦ πνεύματος, νὰ ἀναλάβωμεν ὡς Ἐκκλησία τὴν θείαν ὑπευθυνότητα καὶ τόλμην καὶ γενναιότητα τῶν Πατέρων καὶ νὰ θεολογήσωμεν τὸν Χριστόν, τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ὄχι μὲ νομοκρατικὴν φαρμακίδειον, φερ᾿ εἰπεῖν, σωματειακὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ, ζῶντος ἐν τῇ ἀναστάσει.
Ἀδελφοί μου,
Τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν καὶ στὸ βάθος μᾶς ἀναμένει τὸ δράμα, τὸ θαῦμα καὶ τὸ βίωμα τῆς Ἀναστάσεως, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἂς πορευθῶμεν πρὸς αὐτὸ τὸ ὅραμα καὶ βίωμα, ὄχι ἀσυγχώρητοι, ὄχι μὴ συγχωρήσαντες, ὄχι ἐν νηστείᾳ ἁπλῶς κρέατος καὶ ἐλαίου, ὄχι ἐν ὑποκρισίᾳ, ἀλλὰ ἐν θείᾳ ἐλευθερίᾳ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἀληθείας, ἐν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ πνεύματος.
Ὁ Χαλκηδόνος ΜΕΛΙΤΩΝ

Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυροῦ Μελίτωνος, 
Λόγοι καὶ Ὁμιλίαι, 1991, ἐκδ.
Πανσέληνος

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

«Τα τελευταία νέα από την Ιθάκη» με τον Κώστα Ακρίβο στη σύγχρονη έκφραση


ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΑΚΡΙΒΟ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Μιλήσαμε για τον Όμηρο. Για την Οδύσσεια. Μιλήσαμε για το νήμα που συνδέει τη σημερινή Ελλάδα και τους σύγχρονους Έλληνες με τα ομηρικά έπη.
Για την έμπνευση που αυτά διαχρονικά δίνουν στους συγγραφείς μέσα από μια ανεξάντλητη σκυταλοδρομία δια μέσου των αιώνων. 
Για τον τρόπο που ο Κώστας Ακρίβος χειρίστηκε τους χαρακτήρες της Οδύσσειας και τους προσομοίωσε με πρόσωπα - άλλα επώνυμα κι άλλα της καθημερινότητας - των δικών μας γενιών. 
Για το πώς μέσα από τη δική του πένα Θεοί, ήρωες, νεράιδες, εραστές, φίλοι, καθάρματα, μπεσαλήδες και νταήδες ταξιδεύουν στα τρικυμισμένα νερά της ιστορίας και φτάνουν από τα χρόνια του Ομήρου στις μέρες μας, άλλοι σώοι και άλλοι ναυαγοί. 



Κώστας Ακρίβος. 
Ένας εξαιρετικός συγγραφέας, ένας χαρισματικός ομιλητής, ένας φίλος ακριβός για μια ακόμα φορά παρουσίασε τη νέα του δουλειά στο βιβλιοπωλείο μας ενθουσιάζοντας το ακροατήριο που με κατάνυξη ταξίδεψε μαζί του στα τρικυμισμένα νερά της ιστορίας.
Καλοτάξιδα να είναι «Τα τελευταία νέα από την Ιθάκη»





Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Κώστα Ακρίβου "Τελευταία νέα από την Ιθάκη" την Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017, στις 8 μ.μ. στο βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ



Το βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση 
του νέου βιβλίου του Κώστα Ακρίβου

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

την Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017, στις 8 μ.μ.

στον χώρο του βιβλιοπωλείου 
(Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, Λιβαδειά).

Ο συγγραφέας θα μιλήσει για το νέο του βιβλίο, το ταξίδι της γλώσσας μέσα στον χρόνο και για τη σχέση μας σήμερα με τους ήρωες της Οδύσσειας, 
θα συνομιλήσει με τους αναγνώστες 
και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου.

Ο Κώστας Ακρίβος στο τελευταίο του βιβλίο ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ που αποτελείται από 26 ραψωδίες εμπνευσμένες απο την Οδύσσεια συνομιλεί με τον Όμηρο τοποθετώντας τους ήρωές του σε μια "σχεδία" προκειμένου καθένας του να ξανοιχτεί - όπως λέει - στο πέλαγος της ιστορίας και να φτάσει, άλλος ναυαγός και άλλος σώος, ως τις μέρες μας.
Λίγο πριν την εμφάνισή του για ακόμη μια φορά στο βιβλιοπωλείο μας αναδημοσιεύουμε μια από τις ιστορίες του εμπνευσμένη από την Αθηνά, την δια βίου προστάτιδα των αγαπημένων της.

Αθηνά, η προστάτιδα
Εμένα όμως για τον Οδυσσέα φλέγεται η καρδιά μου 
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ, α, 48

Ήταν γεννημένη το 1909. Από τον μεγάλο σκοτωμό των Αρμενίων κουβαλούσε ενθύμιο μια σπαθιά λίγο πιο κάτω απ’ τον αριστερό γοφό. Σώθηκε σαν από θαύμα, μονάχα αυτή από μια οικογένεια με δεκάξι μέλη – τα εννιά, αδέρφια. Είδε μπροστά στα μάτια της τους Τούρκους να πεταλώνουν τον πατέρα και εφτά τσέτες, ο ένας μετά τον άλλο στη σειρά, να μολύνουν τη μάνα της. Απ’ όσο μπορούσε να θυμηθεί, σύρθηκε νύχτα μέσ’ από τη στοίβα με τους σκοτωμένους όπου ήταν πλακωμένη. Βάδισε ώρες μες στις ερημιές, μέχρι που τη βρήκαν κάτι έμποροι που έτυχε να περνούν από τα μέρη τους. Ήταν ένα ζάπλουτο ζευγάρι, άτεκνο, που όλο ταξίδευε. Ικόνιο, Αλέπι, Μπαϊρούτ,Μισίρι...Το ψυχοπόνεσαν το ορφανό οι χριστιανοί και το έκαναν παιδί τους. Κάποια στιγμή – αυτό μας το έλεγε πάντοτε με τα μάτια κλειστά– βρέθηκαν βαθιά μες στην Αραπιά. Θυμόταν να ’ναι μόνη της, δίχως τους δεύτερους γονείς, σε μια μισοσκότεινη σκηνή και απέναντι καθισμένος ένας γέρος με λευκό τουρμπάνι. Της έκανε πράγματα παράξενα. Ανάμεσα στα πολλά, της έβαψε δυο μελανές βούλες ανεξίτηλες εκεί όπου τελειώνουν τα μάτια της για να μην αρρωστήσει ποτέ. Και δεν αρρώστησε. Αλλά της είπε και πράγματα δυσάρεστα. Πως τα βάσανα τα μεγάλα δεν ήρθαν ακόμη στη ζωή της. Πως θα ησυχάσει μονάχα σαν έρθει η θάλασσα και μπει στο στόμα.
Το ’22 κατά κακή της τύχη βρίσκεται στη Σμύρνη. Δεύτερη φορά χάνει γονείς. Η ίδια σώζεται την τελευταία στιγμή, με ζωσμένη όμως στη μέση της μια δεσμίδα φίσκα στις λίρες. Έναν χρόνο αργότερα βολοδέρνει μαζί με τους άλλους πρόσφυγες στα ξεροτόπια της Δραπετσώνας. Λίγους μήνες μετά τούς φορτώνουν στην καρότσα από ένα φορτηγό και τους μετακινούν στον κάμπο της Θεσσαλίας· εκεί θα χτίσουν το Νέο Ικόνιο.
Τα χρόνια εκείνα το Άδελε Ρεθύμνου για δύο πράγματα είχε φήμη. Το ένα ήταν το νταηλίκι των αντρών του· το δεύτερο, το μίσος των κατοίκων για τον Βενιζέλο. Τυπικό δείγμα του τόπου ο Μανώλης τ’ Αρχοντορουγάκη. Στα δεκαοχτώ του καταδικασμένος για εριφοκλοπή, το ’23 διορισμένος ως βασιλόφρων στη Χωροφυλακή, δυο χρόνια αργότερα και για λόγους που δεν μαθεύτηκαν ποτέ φεύγει άρον άρον από το νησί με δυσμενή μετάθεση. Έτσι έγινε και μια λασπερή νύχτα βρέθηκε να σπρώχνει το κλειδί στην πόρτα του υποσταθμού χωροφυλακής στο Νέο Ικόνιο Καρδίτσας. Μπήκε νομίζοντάς το προσωρινά και έμεινε όλη του σχεδόν τη ζωή. Τότε αυτός κόντευε τα σαράντα, η Μαριγώ μόλις τα δεκάξι.Μπουμπούκι. Και οι λίρες, κουβέντιαζαν οι χωρικοί, αφάγωτες. Ήταν να μην την αγαπήσει ο Μανώλης;
Αποδείχτηκε καθοίκι πέρα από κάθε φόβο και προστυχιά. Λες και δεν του έφταναν οι αγριάδες και το ξύλο στους Καραγκούνηδες και τους πρόσφυγες, δεν περνούσε βράδυ που να μην περιποιηθεί κατάλληλα και την Αρμενοπούλα. Στο κρεβάτι την έβαζε να κάνει πράγματα που, όσο τα σκεφτόταν την επομένη, έχωνε τα δάχτυλα βαθιά στον λαιμό της και ξερνούσε. Ή έπαιρνε το μπουκάλι με την κολόνια και τριβόταν για ώρα πολλή στ’ απόκρυφα. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που άργησε να κάνει παιδί. Το πρώτο αγόρι το γέννησε εφτά χρόνια μετά τα στέφανα, το δεύτερο λίγο πριν από τον πόλεμο. Ούτε όμως και τότε σταμάτησε ο ζωστήρας. Μόλις άνοιγε το βράδυ η πόρτα και πρόβαλλε η μπότα του, έτρεχαν τα μικρά να κρυφτούν στον αχυρώνα· αποκεί άκουγαν τα κλάματα και τα παρακαλετά της μάνας τους. Άκουγαν και έκλαιγαν κι αυτά μαζί, τον φοβόνταν πιο πολύ κι απ’ τους Γερμανούς. Τα χρόνια περνούσαν, ο ζωστήρας πάντα ζωστήρας,έφτασε η Μαριγώ και άσπρισε πριν την ώρα της. Ο γέρος απ’ την Αραπιά έβγαινε αληθινός.
Όταν ήρθε μέρα και τα αχαμνά του Μανώλη πρήστηκαν και έγιναν νταούλι, σε σημείο που να μην μπορεί να κλείσει τα πόδια καθώς περπατούσε, η Μαριγώ έσκυψε το κεφάλι και του παραστάθηκε. Τον ανακούφιζε κάνοντάς του εντριβές με χαμομήλι και παίρνοντας με χειρομαλάξεις το άσπρο υγρό κάθε που της το ζητούσε. Αλλά γίνεται ο λύκος αρνί; Ένα πρωί που ξύπνησε με το μάτι ξανά μπλαβισμένο, περίμενε να ζωστεί και να φύγει για τον καφενέ. Ύστερα μάζεψε γρήγορα γρήγορα σ’ έναν μπόγο ό,τι νόμισε χρειαζούμενο, έτρεξε στο σχολείο και είπε στον δάσκαλο πως τάχα θέλει να πάει τα παιδιά για εμβόλιο στον γιατρό στην Καρδίτσα. Ακόμα κι όταν άλλαξε στην πόλη λεωφορείο και πήρε εκείνο που θα την πήγαινε μακριά, γύριζε αλαφιασμένη τα μάτια πίσω να δει μήπως τους έχει ακολουθήσει ο Μανώλης. Μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος και μαζί η δική της σκλαβιά.
Στη Θεσσαλονίκη η Μαριγώ δούλεψε δώδεκα χρόνια στις σαρδέλες. Τα ρούχα, τα χέρια, τα όμορφα μπουκλωτά της μαλλιά ήρθαν μέρα με τη μέρα και πότισαν από την ψαρίλα. Όσο και να πλενόταν με τις ώρες το απόγευμα που γύριζε από το κονσερβάδικο στο Ντεπώ, η μυρωδιά είχε ποτίσει ως και το μεδούλι. Ποτέ όμως δεν γόγγυσε, άσχημος λόγος ή κατάρα δεν βγήκε από το στόμα της. Κάθε πρωί έσκυβε το κεφάλι, φιλούσε τα παιδιά και ξεκινούσε τη μέρα της. Ποια; Αυτή που ήρθε από απέναντι ζωσμένη με λίρες.
Και τότε ξαφνικά,εκεί γύρω στο 1960, άλλαξε η τύχη τους. Ο γιος της ο δεύτερος, ο Θωμάς, έκανε μεγάλη προκοπή. Ήταν εκείνος που είχε γεννηθεί με την πέτσα στο μάγουλο. Μια φουσκωτή κοκκινίλα ξεκινούσε από τα ριζά του αυτιού και απλωνόταν σαν πλατανόφυλλο σε όλο το αριστερό του μάγουλο. Αλλά ήταν γλυκομίλητος, ντροπαλός, συμπονετικός. Του έδιναν δουλειά όπου και να ζητούσε. Η Μαριγώ το ήξερε καλά, το ’χε μάθει κι αυτό στην Ανατολή: όσοι γεννιούνται με την πέτσα τούς θέλει η τύχη. Μπορεί ο Θωμάς να ήταν ένας εικοσιτριάχρονος μεροκαματιάρης που σερβίριζε εντράδες και σούπες στην ταβέρνα Ο ΩΡΑΙΟΣ ΣΟΧΟΣ, μα τα χέρια του ήταν μαγικά με τα λαχεία. Την πρώτη κιόλας φορά που αγόρασε λαχείο, κέρδισε τριάντα χιλιάρικα στο Πρωτοχρονιάτικο. Ύστερα τα έχασε και ο ίδιος με το πόσο συχνά κέρδιζε· δεν περνούσε εβδομάδα που να μην πιάσει έστω τον λήγοντα. Έτσι έγινε και αγόρασαν το οικόπεδο στην Καλαμαριά, εκεί όπου αργότερα έχτισαν το διώροφο. Βολεύτηκαν, ησύχασαν, σταμάτησε η Μαριγώ το εργοστάσιο, καλά κυλούσε γι’ αυτούς ο καιρός. Ώσπου ένα βράδυ με μπουμπουνητά και αστραπές χτύπησε η πόρτα και μπούκαρε καταμουσκεμένος ο Μανώλης.
« Ήρτα ν’ αποθάνω επαέ, σιμά σας!»
Εννοούσε να σας κάνω πάλι τον βίο αβίωτο. Τον μάζευαν από τα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία, τον έτρεχαν στους γιατρούς για την πάθησή του, έκαναν τα στραβά μάτια σαν άπλωνε χέρι στο οικογενειακό κομπόδεμα. Το μόνο καλό που δεν σήκωσε ποτέ ξανά το χέρι του στη Μαριγώ. Από φόβο μάλλον. Την είχαν εικόνισμα τη μάνα τους τα αδέλφια, ιδίως ο μεγάλος, ο Γιώργης που δούλευε επιστάτης στο λιμάνι, ένας παλίκαρος ίσαμε εκεί πάνω. Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που οι γιατροί τού βρήκαν τη σύφιλη. Καινούργιος τώρα μαρτύριο για τη Μαριγώ,χειρότερο απ’ όλα τα προηγούμενα. Αυτή όμως εκεί: υπομονετική, δίχως δεύτερη κουβέντα έσκυψε το κεφάλι και τον ξαναπαραστάθηκε ακόμα κι όταν άρχισαν να του σαλεύουν τα λογικά. Γολγοθάς που κράτησε πέντε ολόκληρα χρόνια.
Τον βρήκαν ένα πρωί κάτω στην παραλία στο Καραμπουρνάκι τουμπανιασμένο. Τα μάτια τα ’χε ορθάνοιχτα και από το στόμα του έβγαινε για ώρα πολλή το νερό – ...σαν έρθει η θάλασσα και μπει στο στόμα. Οι γιατροί είπαν πως τον είχε αποτρελάνει η αρρώστια.
Για το τι έγινε το προηγούμενο βράδυ τα δύο αδέλφια και η Μαριγώ, όσα χρόνια έζησε μετά τον πνιγμό του άντρα της, δεν είπαν την παραμικρή κουβέντα.
Να φανταστείς,ούτε καν σ’ εμένα την εγγονή της,που της έχω πάρει το όνομα, δεν είπε ποτέ τίποτα.   
                                      Από το βιβλίο Τελευταία νέα από την Ιθάκη


Ο Κώστας Ακρίβος (1958, Γλαφυρές Βόλου) έχει εκδώσει μέχρι στιγμής δώδεκα αφηγηματικά βιβλία, ετοίμασε τρεις ανθολογίες, συμμετείχε σε διάφορα συλλογικά έργα και πήρε μέρος στη συγγραφή δύο σχολικών εγχειριδίων. Από το 1983 διδάσκει φιλολογικά μαθήματα σε δημόσια γυμνάσια και λύκεια. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, στην οποία διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. κατά τη διετία 2001-3. Αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο για θέματα βιβλίου και πνευματικής παραγωγής. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) στα προγράμματα Συγγραφείς στα Σχολεία και Λέσχες Ανάγνωσης. Διευθύνει τη σειρά "Μια Πόλη στη Λογοτεχνία" (εκδόσεις Μεταίχμιο).

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Η έκθεση φωτογραφίας με θέμα Ιστορίες Ανάγνωσης όπως παρουσιάστηκε από την Ομάδα Φωτογραφίας της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Σύγχρονη Έκφραση


 Η έκθεση φωτογραφίας με θέμα

Ιστορίες Ανάγνωσης 
παρουσιάστηκε από την Ομάδα Φωτογραφίας 
της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς 
στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Σύγχρονη Έκφραση
 από τα μέσα Δεκεμβρίου του 2016 και τελειώνει σε λίγες μέρες.

Παραθέτουμε όλες τις φωτογραφίες και υπενθυμίζουμε ότι
 έχετε ακόμα τη δυνατότητα να τις απολαύσετε από κοντά
μέχρι και την πρώτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου 2017.
Βελούδιος Γιάννης

Βελούδιος Γιάννης

Βελούδιος Γιάννης

Βελούδιος Γιάννης

Καρακούση Τίτσα

Καρακούση Τίτσα

Καρακούση Τίτσα

Καρακούση Τίτσα

Βούλγαρης Αλκιβιάδης

Βούλγαρης Αλκιβιάδης

Βούλγαρης Αλκιβιάδης

Βούλγαρης Αλκιβιάδης

Χαρίση Φούλα

Χαρίση Φούλα

Κοσμίδης Κωνσταντίνος

Κοσμίδης Κωνσταντίνος

Καρακούση Καίτη

Καρακούση Καίτη

Κιούση Γιώτα

Κιούση Γιώτα

Καρανάσου Αικατερίνη

Καρανάσου Αικατερίνη

Σταμάτη Χρύσα

Σταμάτη Χρύσα

Γερούλια Αργυρώ

Γερούλια Αργυρώ

Γερούλια Αργυρώ

Χαρογιάννη Άννα


Χαρογιάννη Άννα

Καγιά Κωνσταντίνα

Καγιά Κωνσταντίνα

Αργυρίου Νικολίτσα

Αργυρίου Νικολίτσα

Φουντουλάκη - Πανουργιά Δήμητρα

Φουντουλάκη - Πανουργιά Δήμητρα

Αποστολίδου Χρύσα

Αποστολίδου Χρύσα

Αποστολίδου Χρύσα

Ελευθεριάδου Φοίβη

Ελευθεριάδου Φοίβη

Ελευθεριάδου Φοίβη

Ζάχαρη Ελευθερία

Ζάχαρη Ελευθερία
Ζάχαρη Ελευθερία

Πέτρου Όλγα


Πέτρου Όλγα

Πέτρου Όλγα

Τόγια Έλενα

Τόγια Έλενα

Τόγια Έλενα

Μπάκα - Χριστοδούλου Παναγιώτα

Μπάκα - Χριστοδούλου Παναγιώτα

Μωραΐτης Δαμιανός

Μωραΐτης Δαμιανός