Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Η ζωή στην παραλία Διστόμου και η βίαιη μετεξέλιξή της σε οικισμό Άσπρων σπιτιών από τις αναμνήσεις μιας γηγενούς

Μια ανάρτησή μας στο f/b με μια παλιά οικογενειακή φωτογραφία στην παραλία Διστόμου πυροδότησε ένα κύμα θετικών αντιδράσεων και σχολίων ενώ μας οδήγησε σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο που δημοσιεύτηκε στο blog  του φίλου Θέμη ΔΙΣΤΟΜΟ το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αναδημοσιεύουμε διατηρώντας τη σύνταξη και την ορθογραφία μαζί με τις φωτογραφίες και τις λεζάντες.

Της Κονδυλίας Περγαντά Σάλμα 

Θα προτιμούσα όλα αυτά που σας γράφω να τα μοιραζόμουν μαζί σας κοιτώντας σας στα μάτια.
Τότε πιστεύω ότι και σεις θα βλέπατε όλα αυτά τα γεγονότα διαφορετικά.
Επειδή αυτό δεν είναι εύκολο θα σας τα περιγράψω όπως ζωντάνεψαν στη μνήμη μου τον τελευταίο καιρό…
Η ιστορία, είναι από τα πράγματα που δεν μπαγιατεύουν, παρ όλο που έχουν περάσει 50 χρόνια μπορούμε να την λέμε ξανά και ξανά για να την μαθαίνουν και οι νεώτεροι.
Παραλία Διστόμου, αυτό ήταν το όνομα του χωριού μας.
Τα σπίτια μας ήταν κτισμένα κατά μήκος της παραλίας, δίπλα στην θάλασσα. Πίσω από τα σπίτια μας υπήρχε ένας απέραντος ελαιώνας που άνηκε ένα μέρος σε μας τους μόνιμους κατοίκους και το υπόλοιπο σε κατοίκους του Διστόμου.
Το οικόπεδο το αγόρασαν οι γονείς μου όταν παντρεύτηκαν το 1936, και σιγά – σιγά μέχρι το 1963 που το θυμάμαι εγώ είχαν φτιάξει ένα πανδοχείο της δεκαετίας του 50-60 που τα είχε όλα, καφενείο, μπακάλικο, ξενοδοχείο, δωμάτια για ενοικίαση, εστιατόριο, λουτρά ζεστά με θαλασσινό νερό για τους καλοκαιρινούς παραθεριστές, που κατέβαιναν από το Δίστομο και την Λιβαδειά. Επίσης είχαν κατασκευάσει και ένα κιόσκι για να σερβίρουν τους καλοκαιρινούς μήνες που είχε πολύ κόσμο, το οποίο σώζετε μέχρι σήμερα.
Όλα αυτά έγιναν και με πολύ προσωπική δουλειά.

Δίπλα μας, ήταν το εξοχικό του Μέγα, ενός εμπόρου από την Λιβαδειά, αρχοντικό το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα, γιατί ο ιδιοκτήτης δέχτηκε να το πουλήσει, οπότε δεν το γκρέμισαν.
Από την άλλη πλευρά του σπιτιού μας, ήταν το σπίτι της οικογένειας Καπογιάννη που είχε και αυτή ταβέρνα, καφενείο, δωμάτια για ενοικίαση.
Στη συνέχεια δύο σπίτια της οικογένειας Παπαιωάννου οι οποίοι έμεναν στο Δίστομο και κατέβαιναν τους καλοκαιρινούς μήνες.
Δίπλα από αυτούς, εκεί που είναι τώρα ο Μεδεώνας ήταν το σπίτι της οικογένειας Μίστηλη που είχαν και καφενείο – ταβέρνα, ο παππούς τους πήγαινε για ψάρεμα και είχαν πάντα φρέσκα ψάρια. Είχαν χτίσει καινούργιο σπίτι αλλά δεν πρόλαβαν να εγκατασταθούν.
Η οικογένεια Σ.Πεφάνη η οποία είχε νοικιάσει σπίτι. Επίσης η οικογένεια του Θεόδωρου Νικολάου, που το σπίτι τους ήταν πάνω από το σπίτι του Μέγα, αυτές οι δύο οικογένειες προμήθευαν ψάρια εμάς και τους Διστομίτες.
Λίγο πιο κάτω το σπίτι της οικογένειας Αθ. Νικολάου που είχαν μαγαζί και φορτηγά και δούλευαν στα Μεταλλεία του Μπάρλου για μεταφορά βωξίτη.
Πάρα δίπλα η οικογένεια Καραγιάννη που είχε φορτηγό έκανε μεταφορές και μας προμήθευε εμάς και τους κατοίκους της Αντίκυρας με ότι προϊόντα είχαμε ανάγκη από την Λιβαδειά.
Λίγο πιο κάτω η οικογένεια Βασιλείου που είχε και αυτή φορτηγό για μεταφορά βωξίτη και τσαγκάρικο.
Όλες αυτές οι οικογένειες ήταν πολυμελείς, με παιδιά εγγόνια γαμπρούς νύφες.΄
Όλοι νοίκιαζαν δωμάτια τους καλοκαιρινούς μήνες και γέμιζε το μικρό μας χωριό κόσμο.
Δίπλα και λίγο πιο πάνω από το σπίτι του Μέγα ήταν τα σπίτια του Τιμολέοντα Σφουντούρη, του Τζάθα, του Κουτριάρη, του Παπανικολάου, του Γαμβρίλη του Συμβολαιογράφου του Διστόμου, οι οποίοι έμεναν στο Δίστομο, τα είχαν για εξοχικά και το χειμώνα κατέβαιναν για να μαζέψουν τις ελιές από τα κτήματα τους.
Ένα ρέμα, μας χώριζε κατακόρυφα, από την άλλη πλευρά του ρέματος, το σημερινό κανάλι, υπήρχε το εξοχικό σπίτι του Πέτσαβα, και τελευταίο το σπίτι του Κωσταγιάννη που είχε καφενείο. Αυτά τα δύο σπίτια δεν απαλλοτριώθηκαν και είναι μέχρι σήμερα γιατί ήταν από την άλλη πλευρά του ρέματος.
Από κει και πέρα απλωνόταν οι εγκαταστάσεις των μεταλλείων βωξίτη του Μπαρλου.
Υπάρχει ακόμη ένα μακρόστενο κτήριο που εστεγάζοντο οι εργάτες και οι εργάτριες που ήταν από το Δίστομο και από το Κυριάκι, είχε δύο θαλάμους ανδρών και δυο γυναικών, κουζίνα και ένα γραφείο, επειδή δούλευαν σε 24ωρη βάρδια έμεναν σε αυτό το κτήριο.
Το καράβι ανάλογα με την χωρητικότητα που είχε, έκανε 8-10 μέρες να φορτώσει βωξίτη, οπότε έμεναν εκεί.
Τότε τα πλοία τα φόρτωναν με μαούνες, κρίμα που γκρέμισαν αυτές τις εγκαταστάσεις, πολύ αργότερα βέβαια, όταν πουλήθηκαν και σταμάτησαν να λειτουργούν.
Θα μπορούσαν να παραμείνουν και να γίνει ένα μουσείο μέταλλου, για να το βλέπουν οι νεώτεροι.
Το καράβι άραζε στα 300 – 400μ. από το μόλο ανάλογα με την χωρητικότητα του.
Από τον χώρο της εναπόθεσης του βωξίτη υπήρχαν ράγες και επάνω βαγόνια, φόρτωναν τα βαγόνια με ένα γερανό, κατόπιν τα έσπρωχναν μέχρι το μόλο. Συνήθως αυτή τη δουλειά την έκαναν γυναίκες γιατί ήταν μια δουλεία που δεν ήθελε πολύ δύναμη, οι άνδρες ήταν στο άδειασμα των βαγονιών και στις μαούνες.
Άδειαζαν τα βαγόνια στους μεγάλους κουβάδες που ήταν μέσα στις μαούνες. Πήγαιναν τις μαούνες κοντά στο πλοίο και ανέβαζαν ένα-ένα κουβά επάνω με γερανούς που είχε επάνω το καράβι και έριχναν το βωξίτη στο αμπάρι.


Αυτό ήταν το πατρικό σπίτι μου μέχρι το 1963, κάτω το μαγαζί που είχε και δωμάτια που μέναμε εμείς, και δίπλα το σπίτι που χρησιμοποιούσαμε σαν ξενοδοχείο.
Ζούσαμε απλά, όμορφα και ανέμελα και το μικρό χωριό μας είχε αρχίσει να μπαίνει σε τροχιά τουριστικής ανάπτυξης.
Θυμάμαι, της Αναλήψεως που γιόρταζε το εκκλησάκι που ήταν κρυμμένο μέσα στον ελαιώνα είχαμε πανηγύρι, έρχονταν πολλοί φίλοι, συγγενείς από το Δίστομο.
Το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία, μετά κάναμε το πρώτο μπάνιο είτε είχε καλό καιρό είτε όχι , ήταν έθιμο, το μεσημέρι τρώγαμε όλοι μαζί και το βράδυ τα μαγαζιά είχαν γλέντι με μουσικούς εκείνης της εποχής.

Από την γιορτή της Ανάληψης. Η Νίτσα και Δημήτρης Σφουντούρη, ο Μιλτιάδης και Αντιγόνη Καίλη και η αδελφή της Ερασμία το μικρό παιδάκι είμαι εγώ με κρατάει η θεία μου.

 
Το καλοκαίρι το χωριό γέμιζε με κόσμο και ειδικά τις Κυριακές. Έρχονταν πολλοί με λεωφορεία ή με φορτηγά.
Πολλοί Λειβαδίτες και Διστομίτες έρχονταν για τις διακοπές τους (το παραθέρι) όπως το λέγανε.
Τους μήνες του καλοκαιριού σχεδόν όλη μέρα είμαστε στη θάλασσα, μαζί με άλλα πολλά παιδιά παίζαμε και τα βράδια μαζεύονταν και οι μεγάλοι και έπαιζαν και αυτοί μαζί μας, κρυφτό, κυνηγητό, ψάξε-ψάξε το δακτυλίδι, την Μπερλίνα και άλλα παιγνίδια της εποχής. Πάρα πολλοί κοιμόντουσαν και έξω στην παραλία, αν και είχαν τα δωμάτια τους, τότε δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος και το διασκεδάζαμε, ειδικά την ώρα που ήταν να στρώσουμε στην παραλία τα στρώματα και τις κουβέρτες για μας τα παιδιά ήταν ένα ακόμη παιγνίδι .
Θυμάμαι, ότι ο πατέρας μου είχε φτιάξει ένα αεροπλάνο, αρκετά μεγάλο και μαζευόμαστε όλοι να το δούμε και να παίξουμε, να ψαρέψουμε στο μόλο μπροστά στο κιόσκι και ότι μικρό ψαράκι πιάναμε θέλαμε να μας το μαγειρέψουν !!!!
Θυμάμαι, ότι στην είσοδο για τα λουτρά και την αυλή ο πατέρας μου είχε φτιάξει ένα αχυράνθρωπο και όταν περνούσαμε από την πόρτα αυτός έπεφτε επάνω μας και τρομάζαμε στην αρχή μετά που το συνηθίσαμε πηγαίναμε άλλα παιδάκια για να τα τρομάξουμε…
Ξένοιαστα χρόνια…….αλλά για λίγο!!!

Η ψησταριά που ψήναμε τα καλοκαίρια. Ο πατέρας μου που πάντα κάτι μαστόρευε……… η πρώτη πόρτα οδηγούσε στην πίσω αυλή (σ αυτή είχαμε και τον αχυράνθρωπο) που είχαμε δωμάτια για ενοικίαση, τα λουτρά, φούρνο και πηγάδι.
Η μητέρα μου στο σπίτι της στην Παραλία Διστόμου.


Έξω από το μαγαζί με ένα παιδάκι που δεν ξέρω πιο είναι …..από την πλευρά της τζαμαρίας, το ξύλινο κομμάτι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες άνοιγε και δίναμε από εκεί παγωτά, μπύρες, αναψυκτικά, θυμάμαι και την μάρκα, ΑΓΝΗ, υπάρχει μέχρι σήμερα….


Εγώ σε μικρή ηλικία μπροστά στο μόλο που είναι το κιόσκι. 



Εδώ φαίνεται το μικρό χωριό μας η Παραλία Διστόμου από την πλευρά της θάλασσας. Μπροστά στο μόλο με την Νίτσα και τον Δημήτρη Σφουντούρη την Αντιγόνη Καίλη το μικρό κοριτσάκι είμαι εγώ και με κρατάει η Κατερίνα Καίλη.


Στην παραλία με την ίδια παρέα, εδώ με κρατάει αγκαλιά η μητέρα μου.

Το χειμώνα από τα χρήματα που είχαν μαζέψει οι γονείς μου πάντα κάτι πρόσθεταν στο ήδη υπάρχον σπίτι και επισκεύαζαν τις φθορές, επίσης από τον Νοέμβρη άρχιζε και το μάζεμα της ελιάς στα κτήματα μας που ήταν εκεί που είναι η σημερινή εκκλησία των Αγίων Πάντων. Το μάζεμα της ελιάς ήταν ακόμα μια γιορτή, λόγω του ότι ήταν πολλά τα δένδρα έρχονταν συγγενείς από το Δίστομο και τα γύρω χωριά για βοήθεια.

Σχολείο πηγαίναμε στην Αντίκυρα, πρωί - απόγευμα, για να μην ξαναγυρνάμε μέναμε σε σπίτια συμμαθητών μας και έτσι αναπτύξαμε και με αυτά τα παιδία φιλικές σχέσεις. Για το λόγο αυτό η αεροπορία μας είχε διαθέσει ένα αυτοκίνητο, όταν είχε καλό καιρό πηγαίναμε με τα πόδια.
Στις 27 Αυγούστου του 1960 η τότε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η Γαλλική εταιρεία Pechiney, υπέγραψαν σύμβαση για την δημιουργία εργοστασίου παραγωγής αλουμινίου.
Σιγά – σιγά τότε είχαν αρχίσει οι ψίθυροι ότι θα γίνει εργοστάσιο Αλουμινίου στην περιοχή μας, και ότι θα γίνει απαλλοτρίωση του χωριού μας. Οι δικοί μου, απ ότι μου είχε πει η μητέρα μου, δεν πίστευαν ότι θα μας έδιωχναν από τα σπίτια μας, έλεγαν ότι θα μπορούσαν να πάρουν το πίσω μέρος που ήταν ο ελαιώνας.
Ο πατέρας μου στεναχωρήθηκε πολύ και αρρώστησε.
Προς το τέλος 1961 ήρθε συνεργείο του ΟΤΕ και μετέφερε το τηλεφωνικό κέντρο που ήταν στο μαγαζί μας στο καφενείο του Κωσταγιάννη.
Τότε ο πατέρας μου κατάλαβε πια, ότι η απαλλοτρίωση θα ερχόταν σύντομα,
είπε στην μάνα μου : «Κωνσταντίνα, χάνουμε ό,τι με τόσο κόπο δημιουργήσαμε αγαπήσαμε και κουραστήκαμε»
Τον Απρίλιο του 1962 πέθανε.
Τελικά η περιοχή μας είχε επιλεγεί για την κατασκευή του εργοστάσιου παραγωγής αλουμινίου της Γαλλικής πολυεθνικής Pechiney. Για το εργοστάσιο επέλεξαν την περιοχή (Καλογερικό – Μετόχι) περιουσία του Μοναστηριού του Οσίου Λουκά, και των κατοίκων του Στειρίου και του Κυριακιου.
Το δικό μας χωριό η Παραλία Διστόμου ή Γιαλός ή Διστομίτικο, κατά τους παλαιότερους, επιλέγει να κατασκευασθεί ο καινούργιος οικισμός για την στέγαση του προσωπικού. Επίσης η περιοχή του Αγ. Νικολάου επιλέγει για κατασκευή κατοικιών για τα στελέχη της εταιρείας.
Και αυτή η περιοχή επίσης ήταν του Διστόμου, και εκεί ήταν το σπίτι της Γιάννας Παπαγεωργίου που η οικογένειά της είχε σπίτι, εξοχικό κέντρο, εστιατόριο και ενοικιαζόμενα δωμάτια και κτήμα με ελιές.

Παρ΄όλες τις διαμαρτυρίες μας η απόφαση ήταν τελεσίδικη, αναγκαστική απαλλοτρίωση με υπογραφή Βασιλέως !!! Τόσο καλά… δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Δεν συγκινήθηκε κανένας υπεύθυνος της Πολιτείας. Τα σπίτια άρχισαν να γκρεμίζονται το ένα μετά το άλλο.
Άγριο πράγμα να βλέπεις να σου γκρεμίζουν την ζωή από την μια μέρα στην άλλη και να μην έχεις και που να πας, γιατί πέρα από αυτούς που είχαν εξοχικά, είμαστε και εμείς οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού που δεν είχαμε άλλο σπίτι πέρα από αυτό… που θα μπορούσαμε να πάμε ;
Όταν ήρθε και η δική μας η σειρά , δεν θα ξεχάσω αυτή την στιγμή, η μητέρα μου σε μια ύστατη προσπάθεια να τους αποτρέψει, έτσι νόμιζε, με πήρε αγκαλιά και σταθήκαμε πίσω από την κεντρική πόρτα του σπιτιού. Είχε κατεβεί όλη η αστυνομική δύναμη της Λιβαδειάς, μπουλντόζες, κόσμος που φώναζε, ένας πανζουρλισμός, δυστυχώς μπήκαν από την πίσω πόρτα μας τράβηξαν έξω, εγώ έκλαιγα, η μαμά μου ούρλιαζε από τον πόνο, γι αυτό που έβλεπε ότι γινόταν, κανείς δεν συγκινήθηκε….οι μπουλντόζες μπήκαν σε λειτουργία, το σύνθημα του δικαστικού κλητήρα δόθηκε ήταν «εν ονόματι του νόμου κηρύσσω την κατεδάφιση….» και το σπίτι μας γκρεμίστηκε…. μπροστά στα παιδικά μου μάτια ….
Ποιου νόμου;;;; Ποιος είναι αυτός ο νόμος που λέει ότι πρέπει να ξεριζώσεις οικογένειες με μικρά παιδιά, γέρους ανθρώπους και να πληγώσεις τόσες ψυχές!!!
Αντίστοιχα σκηνικά έγιναν σε όλες τις οικογένειες…
Τα πράγματά μας τα είχαμε βγάλει από το σπίτι και τα είχαμε κάτω από το κιόσκι, τα κρεβάτια μας στη μέση και γύρω-γύρω όλα τα υπόλοιπα πράγματα, ντουλάπες, καρέκλες τραπέζια, ρούχα…. Όλα γύρω- γύρω αξέχαστη στιγμή, τώρα που ξαναφέρνω όλες αυτές τις σκηνές μπροστά στα μάτια μου προξενούν ιδιαίτερο πόνο. Εκεί κάτω από το κιόσκι μείναμε περίπου ένα μήνα, ευτυχώς ήταν καλοκαίρι…
Εκεί που μέχρι χθες είμαστε νοικοκυραίοι γίναμε σε μια μέρα πρόσφυγες στον ίδιο μας τον τόπο……όλοι προσπαθούσαν να βρουν μια προσωρινή λύση, οι πιο πολλοί πήγαν τον πρώτο καιρό και έμειναν στο Δίστομο σε συγγενείς ή νοίκιασαν προσωρινά ένα σπίτι.
Σαν λύση οι γονείς μας βρήκαν, επειδή δεν θέλανε και να φύγουν από εδώ, να εγκατασταθούν στην πλαγιά του διπλανού βουνού και έτσι δημιούργησαν ένα καινούργιο οικισμό και τον ονόμασαν «ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ».
Έβαλαν μια μπουλντόζα για να χαράξει ένα δρόμο για να έχει πρόσβαση και μοίρασαν το χώρο, ώστε να πάρει ο καθένας ένα οικόπεδο να φτιάξουμε όλοι από μια παράγκα για να στεγαστούμε και να μεταφέρουμε τα πράγματα μας.
Έτσι βρεθήκαμε τρεις γυναίκες μόνες σε μια παράγκα, εγώ, η μητέρα μου και η μητέρα της 80 ετών.
Οι συνθήκες στην καινούργια «κατοικία» ήταν με μια λέξη άθλιες !!! Η μητέρα μου για να με ησυχάσει γιατί έβλεπε την ανησυχία μου έλεγε ότι θα μείνουμε για λίγο εδώ και μετά θα φύγουμε και θα έχουμε πάλι ένα ωραίο σπίτι…
Η παράγκα το χειμώνα δεν ήταν ότι το καλύτερό και οι βροχές που άρχισαν μας βούτηξαν στη λάσπη...
Δεν είχαμε ούτε νερό !!!! ούτε να πιούμε ούτε να πλυθούμε !!! Για να προμηθευτούμε νερό έπρεπε να διανύσουμε μια μεγάλη απόσταση, να πάμε μέχρι τον Αγ. Νικόλαο στο πηγάδι που ήταν πάνω από το σπίτι της Γιάννας, αδύνατον να γίνει με τα πόδια. Κάποιος γείτονας που είχε φορτηγό έπρεπε λοιπόν να μας πάει ως εκεί να γεμίσουμε δοχεία για να έχουμε μέχρι την επόμενη φορά…
Φροντίδα, συμπαράσταση και βοήθεια από πουθενά η Πολιτεία απούσα , ο Δήμος Διστόμου επίσης αδιάφορος… κάθε 4 χρόνια ερχόταν ο εκάστοτε υποψήφιος δήμαρχος Διστόμου , τότε θυμόταν, ότι υπάρχουν κάτι ψήφοι εκεί στο βουνό πεταμένοι και ερχόταν να τους μαζέψει… σαν αντάλλαγμα μας έβαλε και μια βρύση στο κέντρο του οικισμού, ο επόμενος, μας έβαλε νερό στα σπίτια που είχαμε αρχίσει να κτίζουμε ξανά από την αρχή… φως τηλέφωνο, λίγο άσφαλτο στο χωματόδρομο και η ίδια κατάσταση μέχρι σήμερα … πλήρης αδιαφορία από παντού.
Όταν ζητούσαμε κάτι από τον εκάστοτε Δήμαρχο μας έλεγε, δεν έχει λεφτά, ότι μπορεί κάνει ... θέλω πολλές σελίδες για να περιγράψω τις συνθήκες, ίσως άλλη φορά.

Όταν με ρωτούσαν εσύ από πού είσαι; τους έλεγα « ντόπια από εδώ», η απάντηση ήταν ότι δεν ήξεραν ότι υπήρχαν και ντόπιοι κάτοικοι εδώ, ήξεραν μόνο ότι εδώ ήταν ένας ελαιώνας!!! .... αυτοί που ήξεραν, εννοείται ότι δεν με είχαν ρωτήσει ποτέ !!!
Ήταν και άλλοι, που μου έλεγαν « ναι τα απαλλοτρίωσαν ….αλλά εσείς αποζημιωθήκατε»!!!
Ο τόπος που γεννήθηκες, μεγάλωσες, το σπίτι σου, η ψυχή σου, η οικογένειά σου, η δουλεία σου, δεν αποζημιώνονται με τίποτα !!! όσα χρήματα και να πάρεις… τα κτήματα μας στον ελαιώνα αποζημιώθηκαν με 1 δραχμή το ελαιόδεντρο!!! Για ποια χρήματα μιλάμε!!!!!

Πρόγραμμα αποκατάστασης όλων αυτών των ανθρώπων από κάποιο φορέα δεν υπήρχε, παρ όλο που έβλεπαν ότι οι συνθήκες στις οποίες ζούσαμε, ειδικά στην αρχή ήταν άθλιες.
Δεν υπήρχε ένα συντονισμένο πρόγραμμα βοήθειας για όλους μας . Μεγαλώνοντας, η βοήθεια που είχαμε ήταν από συγκεκριμένα άτομα, εργαζόμενοι και αυτοί, οι οποίοι έδειξαν προθυμία και ευαισθησία να μας βοηθήσουν ώστε να βρούμε δουλειά στο εργοστάσιο, όσοι το ζητήσαμε.
Η ζωή σιγά – σιγά άρχισε να παίρνει το δρόμο της, εργάστηκα, παντρεύτηκα, απέκτησα και μεγάλωσα δύο κόρες. Σήμερα ζουν και εργάζονται στην Αθήνα και συνεχίζουν τις σπουδές τους.

Μόλις το 2009, ο σύλλογος «Μεδεών» δημιούργησε ηλεκτρονική σελίδα και μας ενημέρωσε γι αυτό, μπήκα, εκεί είδα ένα γράμμα που είχε γραφτεί τον Μάρτιο του 1967, εγώ τότε ήμουν πολύ μικρή και βέβαια δεν το είχα δει, αναφερόταν στην ίδρυση του συλλόγου
« Μεδεών» και άρχιζε : « Η μικρή μας πόλη ψάχνει να βρει τον εαυτό της. Δημιουργημένη ξαφνικά από το τίποτα, χωρίς ιστορία, χωρίς προηγούμενη ζωή, από ανθρώπους που ήρθαν από τις τέσσαρες άκρες του ορίζοντα ...»
Διαβάζοντας σκέφτηκα αμέσως, εμείς που είμαστε;;; εμείς που είμαστε πριν εδώ δεν υπάρχουμε;;; εξαφανιστήκαμε;;; εμείς δεν ανήκουμε στην ιστορία αυτού του τόπου;;; εμείς δεν είμαστε πριν η ζωή αυτού του τόπου;;; είχαμε διαγραφτεί από τον χάρτη δεν υπήρχαμε!!! Με τις δύο πρώτες γραμμές αυτού του γράμματος μας αφαιρούσαν την καταγωγή μας, την ύπαρξη μας , είχαμε διαγραφεί από τον τόπο που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε!!!
Σας το παραθέτω για να το διαβάσετε……

Μίλησα στον πρόεδρο του συλλόγου και του είπα ότι αυτό μας προσβάλει, μας αφαιρεί την καταγωγή μας, την ύπαρξη μας στο χώρο αυτό!!! Μετά από πολλές πιέσεις έβγαλε την πρώτη παράγραφο, σε αυτή την μορφή υπάρχει τώρα στην ιστοσελίδα του συλλόγου.
Σε άλλη συζήτηση μαζί του μου λέει «γιατί σε ενοχλεί η δική μας ανάρτηση; το ίδιο γράμμα το έχουν βάλει και στο «Εμβόλιμον» ούτε αυτό το είχα δει, έψαξα και βρήκα το τεύχος που μου είπε, και πράγματι πάλι το ίδιο γράμμα δημοσιευμένο…. πάλι «……από το τίποτα, χωρίς ιστορία ….»



Αυτό το γράμμα, το αναδημοσιεύει συνέχεια σε οποιοδήποτε έντυπο αναφέρετε στην ιστορία των Άσπρων Σπιτιών και στην ιστορία του συλλόγου «Μεδεών».
Με αποτέλεσμα όλοι πια να ξέρουν ότι εδώ, τα Άσπρα Σπίτια, δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός !!! χωρίς ιστορία !!! χωρίς προηγούμενη ζωή !!!
* Το κείμενο συνεχίζει με αποσπάσματα και κριτική σχετικής εργασίας των μαθητών του Λυκείου Άσπρων Σπιτιών. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να το βρει με κλικ στην αρχική πηγή blog ΔΙΣΤΟΜΟ

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Το μυθιστότημα ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ των Δημητρίου Τζουβάλη & Αρσινόης Σερμιντζέλη παρουσιάζεται στο βιβλιοπωλείο μας τη Δευτέρα 16 Οκτωβρίου


Ένα μυθιστόρημα, που μέσα από τις σελίδες του ο αναγνώστης θα δει την εξέλιξη της κοινωνίας της μεταπολεμικής Ελλάδας με επίκεντρο τον εργατικό οικισμό τα « Άσπρα Σπίτια» το εργοστάσιο αλουμινίου της ΠΕΣΙΝΕ και την Αντίκυρα.
Ένας γιος έρχεται από το παρόν, το έτος 2000 στην περιοχή, για πρώτη φορά, κι ανατρέχει στο παρελθόν ψάχνοντας τον δολοφόνο του πατέρα του.
Παράλληλα ένας νεαρός εργάτης ξεκινάει από το παρελθόν, 1963, και περιγράφει τα γεγονότα, βασισμένα σε περίπου 700 συνεντεύξεις.
Σ’ ένα μικρό ψαροχώρι με 300 ψυχές να το κατοικούν, αμέριμνες, απείραχτες, αυτάρκεις, έχουν το ψωμί, το κρασί και το λάδι τους, ενσκήπτει σαν λαίλαπα μια κοσμοπλημύρα 8000 Γάλλων, Ιταλών, Γερμανών, Ισπανών ειδικευμένων κατασκευαστών εργοστασίων αλουμινίου. Επίσης, “αλλοδαποί” ανειδίκευτοι εργάτες από όλα σχεδόν τα λιμοκτονούντα χωριά της Ελλάδας, καλύπτουν κάθε σπιθαμή γης που είχε απομείνει χωρίς ανθρώπινη παρουσία.

Η σκληρή δουλειά, το άφθονο χρήμα, οι πρωτόγνωροι έρωτες των αυτοχθόνων με τις νεαρές μυρωδάτες ακόλουθες των Ευρωπαίων εργατών, οι έρωτες των Ευρωπαίων με τις σφριγηλές χωριατοπούλες, συνθέτουν έναν ορυμαγδό κοινωνικών αλλαγών.

Ο μυστηριώδης φόνος, οι τρυφερές αγάπες, οι περιπαθείς έρωτες, γίνονται οχήματα για να μεταφέρουν πληροφορίες, ιστορικά γεγονότα, κοινωνικές συγκρούσεις, φυλετικές διαφορές, διακρίσεις πολυεπίπεδες, με τρόπο εύληπτο, ώστε το μυθιστόρημα να μπορεί να διαβαστεί εύκολα απ’ όλους τους αναγνώστες…”.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

«Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950. Καταγραφή μιας περιπέτειας κτιρίων και ανθρώπων». Ανεκτίμητη παρακαταθήκη μνήμης για τη βιομηχανική δραστηριότητα στην πόλη της Λιβαδειάς από την Άννα Ψωμά


Ψωμά Άννα 
«Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950 
Καταγραφή μιας περιπέτειας κτιρίων και ανθρώπων»
Ιδιωτική Έκδοση, Λιβαδειά 2017, σχήμα 29,5x21,5 
τιμή πώλησης 38.00 €
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μία έκπληξη. Είναι φανερή η ένδεια της ελληνικής βιβλιογραφίας σε ό,τι αφορά τις βιομηχανικές δραστηριότητες που κατά καιρούς προσπαθούν να καταστήσουν την Ελλάδα βιομηχανική χώρα και να την απομακρύνουν από τη φτώχεια. Το βιβλίο, λοιπόν, ασχολείται αποκλειστικά με τη βιομηχανοποίηση και την πτώση της στην πόλη της Λιβαδειάς. Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν την ύπαρξη και τη δραστηριότητα της βιομηχανικής παραγωγής και κατεργασίας του βάμβακος σε αυτή την πόλη.
Το βιβλίο  «Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950» γράφτηκε από την Άννα Ψωμά, αρχιτέκτονα και ζωγράφο που γεννήθηκε και δουλεύει στη Λιβαδειά.  Η ίδια εξωτερικεύει την αγάπη της και το θαυμασμό της για τη γενέθλιο πόλη με μια σειρά βιβλίων, της οποίας το δεύτερο τίτλο αποτελεί το παρόν βιβλίο. Ο πρώτος τόμος της σειράς τιτλοφορείται: «Αρχοντικά της Λιβαδειάς. Κατάλοιπα αρχιτεκτονικής μνήμης». Θα ακολουθήσει και βρίσκεται υπό έκδοση ένα βιβλίο για την πολεοδομική ανάπτυξη της Λιβαδειάς.  Η Άννα Ψωμά δούλεψε αυθόρμητα για χρόνια ως ερευνήτρια της πόλης. Με τις επιστημονικές βάσεις που διαθέτει κατόρθωσε να αποτυπώσει σχεδιαστικά το μέγιστο τμήμα των παλαιών αρχοντικών και βιομηχανικών κτιρίων. Τα σχέδιά της είναι επαγγελματικά με απεικόνιση κάθε λεπτομέρειας και αυστηρή συμφωνία προς το αντικείμενο. Η δουλειά της, εκτός από την επαγγελματική δραστηριότητα, αποτελεί προσφορά προς την κοινωνία. Τα βιβλία της τυπώνονται με δικά της έξοδα και οι εισπράξεις διατίθενται για κοινωνικούς σκοπούς.

Το βιβλίο «Υδροκίνητα βιομηχανικά κτίρια στη Λιβαδειά 1860-1950» αρχίζει με μια ιστορική περιγραφή της πόλης, ώστε ο αναγνώστης να κατατοπιστεί για το ιστορικό υπόβαθρο της βιομηχανικής δραστηριότητας στη Λιβαδειά. Ακολουθούν κεφάλαια με στοιχεία για την πόλη και το βαμβάκι της Βοιωτίας, που αποτελούσε το αντικείμενο της βιομηχανικής κατεργασίας.  Η γέννηση της βιομηχανικής δραστηριότητας στην πόλη της Λιβαδειάς ανάγεται στα μέσα του 19ου αιώνα. Ως κινητήριο μέσο για την κατεργασία του βαμβακιού χρησιμοποιήθηκε το νερό του ποταμού της Κρύας της Λιβαδειάς.  Το αποτέλεσμα κατέληξε στην ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής. Έτσι, το 1875 υπήρχαν στη Λιβαδειά 35 αλευρόμυλοι, 12 κλωστήρια και 10 ελαιοτριβεία, αλλά μόνο τέσσερα εκκοκκιστήρια και δύο υφαντήρια.  Η περιγραφή γίνεται ως το σημείο αυτό με τη βοήθεια παλαιών και σύγχρονων φωτογραφιών.
Στη συνέχεια αφιερώνονται 20 σελίδες στην περιγραφή του νερού που χαρακτηρίζεται ως «το χρυσάφι της Λιβαδειάς». Εξηγείται η τεχνική των καναλιών και η λειτουργία των υδροστροβίλων. Η ερευνήτρια διηγείται τη διαμάχη για τη διανομή του νερού. Κατόπιν ακολουθεί η περιγραφή συγκεκριμένων βιομηχανιών με τις εγκαταστάσεις τους. Δίδεται η αρχιτεκτονική μορφή των κατασκευών και των κτιρίων και παρατίθεται πλήθος φωτογραφιών και σχεδίων. Μεταξύ των περιγραφών υπάρχουν αναδιπλούμενοι χάρτες με λεπτομερέστατη περιγραφή των βιομηχανιών και των θέσεών τους. Το σύνολο αυτής της δουλειάς θα πρέπει να χρειάστηκε πολλά χρόνια εργασίας από την κ. Ψωμά. Τα σχέδια αυτά είναι αξεπέραστα σε ποιότητα, πιστότητα και λεπτομέρεια. Αν αναφερθεί κανείς στις μεγάλες εκδόσεις των περιηγητών του 16ου έως τον 19ο αιώνα, θα διαπιστώσει ότι τα σχέδια της κ. Ψωμά δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τις μεγαλειώδεις λιθογραφίες των εκδόσεων αυτών. 
Ακολουθεί εντοπισμός και περιγραφή των υδροκίνητων βιομηχανιών, που περιγράφονται μία-μία σε σχέση πάντα με τους ιδιοκτήτες και τους δημιουργούς τους. Τα κείμενα εδώ είναι γεμάτα φωτογραφίες, παλιές και νέες, καθώς και σχέδια, γενεαλογικά δένδρα και κάθε σχετική λεπτομέρεια, ώστε ο αναγνώστης να έχει εικόνα της ανθρώπινης πλευράς της βιομηχανικής δραστηριότητας. Κατηγοριοποιούνται τα κτίρια σε αυτά που κατεδαφίστηκαν και σε αυτά που στέκονται ακόμη. Δημιουργείται έτσι η βεβαιότητα ότι η περιγραφή είναι σχεδόν πλήρης και επιτυγχάνει μια ανασύσταση του βιομηχανικού περιβάλλοντος στην παρερκύνια βιομηχανική ζώνη, όπως φαίνεται στον αναδιπλούμενο Χάρτη 1.

Έχουμε, λοιπόν, ένα ολοκληρωμένο βιβλίο βιομηχανικής ιστορίας με το οποίο δύσκολα μπορούν να συγκριθούν τα λίγα ανάλογα βιβλία που υπάρχουν στην ελληνική και ελπίζουμε το βιβλίο να αποκτήσει τη θέση του στη βιβλιοθήκη του κάθε ενδιαφερόμενου.  Περιμένουμε δε και την περαιτέρω προσφορά της κ. Ψωμά στη βιβλιογραφία της Λιβαδειάς.  

Δημήτρης Α. Μαυρίδης

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Επιτέλους η εκδοτική προσμονή της χρονιάς είναι γεγονός. ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ ΤΟ "2666" ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΜΠΟΛΑΝΙΟ


2666
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις Άγρα
Αριθμός σελίδων : 1168 , Τιμή : 29,90 Ευρώ

Ανατυπώθηκε και επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα το εμβληματικό μυθιστόρημα 2666 του Roberto Bolaño, ένα συγκλονιστικό δείγμα γραφής που σηματοδότησε την κορύφωση της μυθοπλαστικής ικανότητας του συγγραφέα και έθεσε νέους κανόνες στην τέχνη της μυθοπλασίας.
"Ο Μπολάνιο έχει αποδείξει ότι η λογοτεχνία είναι ικανή να αποκαλύψει τη νοσηρότητα του κόσμου μας και να βρει τις λέξεις για το ακατονόμαστο." - THE NEW YORK TIMES
Τέσσερις παθιασμένοι καθηγητές της γερμανικής φιλολογίας αναζητούν τα ίχνη του Πρώσου συγγραφέα Μπένο Φον Αρτσιμπόλντι. Την τελευταία φορά που έδωσε σημεία ζωής βρισκόταν στη Σάντα Τερέσα, μια πόλη της ερήμου στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ όπου εκατοντάδες γυναίκες έχουν βρεθεί άγρια δολοφονημένες.
Από την κατεστραμμένη Ευρώπη μέχρι την έρημο της Σονόρα στα σύνορα Μεξικού-Τέξας, που τη στοιχειώνουν οι άλυτοι φόνοι γυναικών, ο Μπολάνιο αφηγείται την ιστορία της ζωής του Χανς Ράιτερ, γεννημένου το 1920, που εξελίσσεται σε μεγάλο Γερμανό συγγραφέα με το ψευδώνυμο Αρτσιμπόλντι, και ταυτόχρονα καταγράφει με την ανατριχιαστική νηφαλιότητα αστυνομικής αναφοράς την αλυσίδα των φόνων (απομίμηση των δολοφονιών πού στοιχειώνουν την πραγματική Σιουδάδ Χουάρες στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού). Μέσα από πολυάριθμα γκροτέσκα πορτρέτα και φλερτάροντας με όλα τα λογοτεχνικά είδη, δημιουργείται μια εικόνα του εικοστού αιώνα με πινελιές από την Αποκάλυψη. Το λογοτεχνικό κληροδότημα του πρόωρα χαμένου Χιλιανού συγγραφέα είναι φιλόδοξο. Συνδέει το γκανγκστερικό μυθιστόρημα με το Bildungsroman, το βωντβίλ με την πολεμική μαρτυρία, την επιστημονική φαντασία με το ρεπορτάζ και ενσαρκώνει ό,τι πιο ουσιαστικό έχει η λογοτεχνία: την τόλμη να μιλά για τη φρίκη, το θάνατο, την απουσία νοήματος μα και τον έρωτα. Χαιρετίστηκε από τους κριτικούς διεθνώς ως έργο του αιώνα.
Με εκπληκτική επίδειξη τόλμης και αφηγηματικής δύναμης, το 2666 υποδεικνύει ένα νέο και ριζοσπαστικό τρόπο για το ολοκληρωτικό μυθιστόρημα. Και επιβεβαιώνει κατηγορηματικά την ετυμηγορία της ΣΟΥΖΑΝ ΣΟΝΤΑΓΚ: «Ό ισπανόφωνος συγγραφέας που άσκησε μεγάλη επιρροή και θαυμάστηκε περισσότερο από κάθε άλλον στη γενιά του. Ο θάνατός του, στην ηλικία των πενήντα ετών, είναι μεγάλη απώλεια για τη λογοτεχνία».
"Το ζητούμενο εδώ πού επιτυγχάνεται είναι το ολοκληρωτικό (total) μυθιστόρημα, κάτι που τοποθετεί τον συγγραφέα του 2666 στην ίδια ομάδα με τους Θερβάντες, Στερν, Μέλβιλ, Προυστ, Μιούζιλ και Πύντσον." - QUE LEER
Όταν το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2011, ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ έγραψε στη LIFO:
"Αν ο αναγνώστης διαβεί ολόκληρη την οροσειρά των σελίδων -και θα τη διαβεί, διότι το βιβλίο τον αρπάζει απο τα μούτρα-, πιστεύουμε ότι τελικά θα βρει την καρδιά του βιβλίου στο τελευταίο μέρος. Κι εκεί τελικά θα επιστρέψει από νοσταλγία. Όχι πως τα «Εγκλήματα» με τις δολοφονημένες γυναίκες δεν ασκούν έλξη, αλλά η μορφή του Αρτσιμπόλντι διαθέτει μια γοητεία που μόνο τα ΒΙΒΛΙΑ με δική τους μοίρα επιτυγχάνουν, αν έχουν γραφτεί από το χέρι συγγραφέων «διαρκούς πυρακτώσεως». 

Αξίζει, επίσης, να τονίσουμε ότι μέσα στο 2666 εμφανίζονται άφθονες αναφορές στη σημερινή Ελλάδα. Ο Αρτσιμπόλντι καταφεύγει τελικά στα ελληνικά νησιά (Ικαρία, Αμοργό, Σαντορίνη, Σίφνο, Σύρο, Μύκονο, Νάξο) και φτάνει στο Μεσολόγγι, που είναι γεμάτο αναμνήσεις του Μπάυρον. Επίσης, βρίσκουμε και μια φράση για την «ελληνική πεζογραφία» που τη μεταφέρουμε ατόφια: «Ηχώ μιας ελληνικής πεζογραφίας που δεν περιέχει τίποτα περισσότερο από παιχνίδι και σφάλματα. Το παιχνίδι και το σφάλμα είναι η ώθηση των μικρότερων συγγραφέων και το πανί που τους κλείνει τα μάτια. Επίσης, είναι η υπόσχεση για τη μελλοντική τους ευτυχία»."
Την ίδια χρονιά, ο blogger Librofilo Booksaficionado επίσης έγραψε:
"Ο αναγνώστης στέκει ενεός μπροστά στην ορμή και την ζωντάνια της γραφής, μπροστά στην ευφυία του συγγραφέα και της δημιουργίας του. Το 2666 είναι το μυθιστόρημα που θα έγραφε ο Μπόρχες αν ήθελε – ο Μπολάνιο αποτελεί (χρησιμοποιώ ενεστώτα διότι οι μεγάλοι συγγραφείς δεν πεθαίνουν ποτέ), την τομή στην λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία που δεν συνέχισε ο Μάρκες με τα «100 χρόνια μοναξιά», ο Λιόσα με τον «Πόλεμο της συντέλειας του κόσμου», ο Σάμπατο με το «Περί ηρώων και τάφων» και ο Κορτάσαρ με το «Κουτσό (Rayuela)»."

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ το τολμηρότερο ρωσικό μυθιστόρημα του 20ού αιώνα, μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε πρώτη φορά στα ελληνικά, από την πλήρη εκδοχή του 1913-1914, στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται το θέμα της πατροκτονίας στη Ρωσία του αναβρασμού


«Πετρούπολη» του Αντρέι Μπέλυ,
μετάφραση και σημειώσεις: Σταυρούλα Αργυροπούλου,
επίμετρο: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου,
εκδόσεις Κίχλη
Στον πυρήνα του τολμηρότερου ρωσικού μυθιστορήματος του 20ού αιώνα, που μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά, από την πλήρη εκδοχή του 1913-1914, βρίσκεται το θέμα της πατροκτονίας. Τον θυελλώδη Οκτώβριο του 1905 μια βόμβα πρόκειται να εκραγεί στο γραφείο του γερουσιαστή Αμπλεούχοφ. Το σχέδιο έχει δεσμευτεί να φέρει εις πέρας ο γιος του, που βρίσκεται στην αντίπερα ιδεολογική όχθη.
Η Πετρούπολη αποτελεί ξεχωριστό δείγμα του ρωσικού μοντερνισμού. Στον πολυφωνικό ιστό της συνυφαίνονται πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Οι επαναλήψεις μοτίβων και φράσεων, οι υποβλητικές, έντονα εικαστικές περιγραφές της πόλης, καθώς και η ιδιάζουσα μουσική οργάνωση του κειμένου συνιστούν τυπικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του συμβολισμού. Τη ρευστή, φασματική ατμόσφαιρα επιτείνουν τα διανοητικά παιχνίδια των ηρώων, καθώς οι εφιάλτες τους ζωντανεύουν και στοιχειώνουν την πόλη, που, τυλιγμένη στην καταχνιά, μοιάζει να παγιδεύει ήρωες και αφηγητή.
Συγχρόνως, η οξεία ειρωνική ματιά του συγγραφέα απέναντι στις ιδεολογικές τάσεις και τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα του καιρού του, μη εξαιρουμένης της επανάστασης του 1905, η παρωδία θεμάτων και τεχνικών του παραδοσιακού μυθιστορήματος, καθώς και ο μετεωρισμός ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό στοιχείο μπολιάζουν το μυθιστόρημα με ένα ανατρεπτικό πνεύμα, χαρακτηριστικό που η Πετρούπολη μοιράζεται με άλλα έργα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα.
«Κατά τη γνώμη μου τα κορυφαία πεζογραφικά έργα του 20ού αιώνα είναι κατά σειρά τα εξής: ο Οδυσσέας του Τζόυς, η Μεταμόρφωση του Κάφκα, η Πετρούπολη του Μπέλυ και το πρώτο μισό του παραμυθένιου Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ».
ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΝΑΜΠΟΚΟΦ

Όλα όσα είναι [ή μπορεί και να είναι] μια πόλη
Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο, εσύ ο αναγνώστης, όταν νοιώθεις ότι έχεις παρασυρθεί και ακολουθείς τον συγγραφέα που σαν μαέστρος ενορχηστρώνει εικόνες, μουσικές, στιγμές και γεγονότα, και μαζί ήρωες και αναγνώστες; Όλα και όλους τους τοποθετεί με σκηνοθετική ευστροφία και έμπνευση και με εύστοχες παρεμβάσεις/οδηγίες μέσα στο εξαίσιο σκηνικό μιας πόλης, της Πετρούπολης, εκεί στα 1905, σημαδιακή χρονιά. Μπορείς, ας πούμε, να μιλήσεις για τη μουσική αυτού του βιβλίου ή να το δεις σαν ένα εξαίσιο εικαστικό δρώμενο ή έστω να μαζέψεις φράσεις σκόρπιες και να συνθέσεις ένα άλλο κείμενο, μικρότερο και περιεκτικότερο από τις επτακόσιες σελίδες καθαρής ανάγνωσης ετούτου εδώ. Και πάνω εκεί σε συνεπαίρνει ο ενθουσιασμός, αυτή η αιφνίδια έξαψη που δίνει καμιά φορά η τέχνη της γραφής, και λες ότι ο συγγραφέας εδώ τα έχει πει όλα και ακόμα περισσότερα από όσα θα μπορούσε να πει την εποχή εκείνη. Είναι όμως ένα τόσο ξεχωριστό βιβλίο και ξέρεις πως είσαι από τους τυχερούς που το γνώρισαν, όπως κάποτε χάρηκες για τον Προυστ, για τον Σελίν, τον Τζόυς, τον Ροτ, τον Μούζιλ, τον Κάφκα και κάποιους άλλους εκλεκτούς που ευτυχώς έκατσαν κι έγραψαν τι σκεφτόντουσαν κι έτσι έξαφνα σωθήκαμε όλοι.

Για πρώτη, λοιπόν, φορά μεταφράζεται η Πετρούπολη του Αντρέι Μπέλυ στα ελληνικά, στην πλήρη εκδοχή του 1913-14. Κι έτσι γνωριζόμαστε με το περίφημο έργο του μοντερνιστή συγγραφέα που ξάφνιασε και τους ομοτέχνους του. Και αλήθεια, από την αρχή ως το τέλος της ιστορίας σε τραβάει από το μανίκι, σε κρυφοκοιτάζει από τις γωνίες, χαίρεται σαν παιδί με την απορία σου: ποια επιτέλους είναι η ιστορία εδώ και ποια σειρά κρατά η αφήγηση; Τα γεγονότα όπως και οι ήρωες κυκλοφορούν σ’ αυτή την εμβληματική πόλη, μπερδεύονται μεταξύ τους, μηχανορραφούν, αυτοενοχοποιούνται, αποενοχοποιούνται, εξοργίζονται και μετανιώνουν, τρομοκρατούν και τρομοκρατούνται, αφήνονται στην τύχη ή προσπαθούν να αλλάξουν την τύχη τους. Στο κέντρο της ιστορίας μια βόμβα που δεν εκρήγνυται την ώρα που περιμένουμε, και έτσι σελίδα τη σελίδα θαρρείς θα ακούσεις τον εκκωφαντικό της θόρυβο αλλά ο συγγραφέας όλο το αναβάλλει. Γιατί θέλει να σου δείξει το πώς και το γιατί, όπως θέλει να σε τριγυρίσει στους δρόμους της πόλης για να δεις πώς είναι και πώς φοβάται ότι θα γίνει αν και όταν…

Η πόλη έχει δύο όψεις. Και οι άνθρωποι είναι μοιρασμένοι στα δύο. Δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους. Από τη μια, στο κέντρο της πόλης οι μεγαλοαστοί και οι αριστοκράτες, και απέναντι, στα νησιά, οι άλλοι, η απειλή για την κυριαρχία των μεγάλων και πλούσιων ονομάτων. Η σκοτεινή εκδοχή μιας άλλης πόλης, μιας άλλη Ρωσίας, που ονειρεύεται να καταπιεί την παλιά. Η Ρωσία του αναβρασμού, με τον ατμό ήδη να ανασηκώνει το καπάκι που άλλαξε τη μορφή της χώρας αλλά και τον τρόπο που έκτοτε βλέπουμε τα πράγματα. Και ο Μπέλυ εδώ είναι σε θέση να δώσει την ατμόσφαιρα, το κλίμα της μεταιχμιακής αυτής εποχής.

[…]οι κάτοικοι των νησιών συγκαταλέγονται κι αυτοί στον πληθυσμό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Η γενική απογραφή διεξάγεται και γι’ αυτούς. Έχουν κι αυτοί αριθμημένα σπίτια, οικόπεδα, δημόσια ιδρύματα. Ο κάτοικος του νησιού είναι δικηγόρος, συγγραφέας, εργάτης, υπάλληλος της αστυνομίας. Θεωρεί τον εαυτό του πολίτη της Πετρούπολης, είναι όμως κάτοικος του χάους, απειλεί να σκεπάσει μ’ ένα σύννεφο την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας.

Ο Απόλλων Απολλώνοβιτς δεν ήθελε να σκεφτεί περισσότερο: τα απείθαρχα νησιά πρέπει να συντριβούν, να συντριβούν! Να τα καρφώσουν στη γη με το σίδερο της πελώριας γέφυρας και να τα τρυπήσουν προς κάθε κατεύθυνση με τα βέλη των λεωφόρων.

Ο Απόλλων Απολλώνοβιτς Αμπλεούχοφ, που ονειρεύεται τη συντριβή αυτών των άλλων, γερουσιαστής, κατασταλαγμένος υποστηρικτής του καθεστώτος, σε ιδεολογική διαμάχη με τον γιο του, κάποια στιγμή θα αντιληφθεί ότι απειλείται η ζωή του από τρομοκρατική ενέργεια. Το εύρημα του συγγραφέα είναι ότι ο εκτελεστής έχει οριστεί να είναι ο γιος του! Ποιοι είναι, λοιπόν, οι εχθροί; Μια νέα τάξη πραγμάτων με φιλοδοξίες μεγάλες θέλει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με τους γεννήτορες, κυριολεκτικά και συμβολικά. Ο συμβολισμός άλλωστε είναι σχεδόν παντού σ’ αυτό το βιβλίο. Πίσω από λέξεις, χρώματα, ονόματα, διαρκώς εμφανίζονται τα δύο συμβαλλόμενα μέρη που επιζητούν την ένωσή τους προκειμένου να αποδοθεί σωστά το νόημα.

Μέσα σε τούτο το ρευστό γκρίζο φόντο, τελείες πρόβαλλαν ξάφνου στα παράθυρα και κοιτούσαν έκπληκτες: φώτα, φωτάκια, που η έντασή τους δυνάμωνε, ξεπετάγονταν μέσα από το σκοτάδι και γίνονταν κοκκινωπές κηλίδες, ενώ την ίδια στιγμή από ψηλά έπεφταν καταρράκτες γαλάζιοι, μενεξεδένιοι, μαύροι.

Η Πετρούπολη χανόταν μέσα στη νύχτα.

Αντρέι Μπέλυ 
Κάποια στιγμή εισβάλλει στην ιστορία το κόκκινο ντόμινο, και από κει και στο εξής θα στοιχειώνει τα πρόσωπα. Κι ας αποκαλύπτεται ποιος κρύβεται πίσω από τη μάσκα του. Η παρουσία του σημαίνει το πανηγύρι, το καρναβάλι, την υποκριτική διπλοπροσωπία, τη μασκαράτα, το ψεύτικο και το υποκρυπτόμενο προσωπείο, την απρόβλεπτη συνάντηση ίσως με τη μοίρα. Όσο για το κόκκινο χρώμα, η απειλή που προοιωνίζεται σαφέστατη.

«3 Οκτωβρίου. Στην πνευματιστική συνεδρία η οποία γινόταν στο διαμέρισμα της αξιοσέβαστης βαρόνης Ρ.Ρ., οι συγκεντρωμένοι πνευματιστές σχημάτισαν μια πνευματιστική αλυσίδα. Ακριβώς όμως τη στιγμή που τη σχημάτισαν, στο μέσον της αλυσίδας εμφανίστηκε ένα ντόμινο και, χορεύοντας, άγγιξε με τις πτυχές του μανδύα του την άκρη της μύτης του συμβούλου Σ. ο γιατρός του νοσοκομείου Γκ… διαπίστωσε ότι στη μύτη του συμβούλου υπήρχε ένα βαρύτατο έγκαυμα· σύμφωνα με διάφορες φήμες, η άκρη της μύτης του καλύφθηκε από μοβ κηλίδες. Εν ολίγοις, το κόκκινο ντόμινο είναι πανταχού παρόν».

Ένα απρόβλεπτο, αναπάντεχα πολύμορφο μυθιστόρημα, το οποίο διαβάζεται σήμερα με τη γνώση του παρόντος μέσα στα χρόνια που μεσολάβησαν και τις ανακατατάξεις της ιστορίας, αλλά και με τους ενδιαφέροντες πειραματισμούς στην τέχνη της γραφής. Πόσο όμως θα αποτελούσε πρωτοπορία στην εποχή του αυτός ο γνήσιος εκπρόσωπος του μοντερνισμού! Ακόμα και σήμερα ευχάριστα ξαφνιάζει με τη νεωτεριστική του γραφή. Η ιδιόμορφη αρχιτεκτονική της αφήγησης, η ανατροπή των κανόνων δομής κειμένου, η πληθώρα των σημείων στίξης! Εδώ αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία. Ειδικά σήμερα, στην εποχή της αμφισβήτησης των σημείων που καθοδηγούν τη σωστή ανάγνωση (κάτω από το πρίσμα της δήθεν απλοποίησης του κειμένου), έχουμε εδώ (σε πείσμα των καιρών) ένα κείμενο διάστικτο από κόμματα, τελείες, άνω τελείες, θαυμαστικά και αποσιωπητικά. Αναπόσπαστο κομμάτι και αυτά τα σύμβολα ανάγνωσης της σκηνοθεσίας που φτιάχνει ο Μπέλυ, καθοδηγώντας τους ήρωες σαν να ήταν ηθοποιοί και τον αναγνώστη σαν να είναι ο υποβολέας που τους βοηθά στην εκφορά του κειμένου. Απόλαυση αναγνωστική, συμμετοχή του αναγνώστη μέσα στην ιστορία, δίπλα στους ήρωες, μέσα στην πόλη, την Πετρούπολη.

Εν τέλει, ένα βιβλίο για μια πόλη στο μεταίχμιο κοσμογονικών αλλαγών. Αυτή θα μπορούσε να είναι η μία ανάγνωση. Και σε μία δεύτερη εκδοχή, εξίσου ενδιαφέρουσα, μια πορεία προς τη σκέψη των ανθρώπων, μια ανίχνευση των εσωτερικών διεργασιών που κατευθύνουν τις επιλογές. Γιατί τίποτα δεν γίνεται χωρίς τη συμβολή των αντικρουόμενων σκέψεων, αυτή τη διαλεκτική των αντιθέσεων όχι μόνο μέσα στους ιδεολογικούς χώρους αλλά και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Η πάλη με τον εαυτό του και με τα δεδομένα του. Καμία αμφιβολία πλέον για τις απαραίτητες σχεδόν επτακόσιες σελίδες στις οποίες εκτείνεται η ιστορία. Μήπως τελικά ήταν και λίγες;

Η μετάφραση από τα ρωσικά της Σταυρούλας Αργυροπούλου σε μια ρέουσα γλώσσα που υπηρετεί απολύτως το πνεύμα του έργου. Η ίδια προσφέρει και πολλές πληροφορίες στις σημειώσεις. Το επίμετρο από την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου τοποθετεί το έργο και τον συγγραφέα στην εποχή τους ολοκληρώνοντας και βοηθώντας την απρόσκοπτη πρόσληψη από τον αναγνώστη αυτού του πολυσήμαντου βιβλίου. Τέλος το εξώφυλλο, με την επεξεργασμένη εικόνα που τότε, το 1913 εξυπηρετούσε την παράσταση μιας φουτουριστικής όπερας, και τώρα ταιριάζει με τον τόσο περίεργα σύγχρονο και πρωτοποριακό συγγραφέα. Ο σχεδιασμός του εξωφύλλου από την Ούρσουλα Φωσκόλου με τις ελάχιστες κόκκινες πινελιές αχνά απειλητικές γύρω από την εικόνα αλλά μετασχηματιζόμενες στην εσωτερική πλευρά του εξωφύλλου στο απόλυτο κόκκινο. Κάποιες λεπτομέρειες που δένουν με το περιεχόμενο σε σύνολο εξαιρετικά ενδιαφέρον. Μια αναγνωστική πρόκληση αλλά και απόλαυση ξεχωριστή.

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό fractal

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Επειδή τα βιβλία είναι σαν τις γυναίκες που επιθυμούμε. Ή τις κατακτάμε μόνοι μας διαλέγοντάς τες από έναν ουρανό ανάλογων άστρων ή οποιοσδήποτε άλλος τρόπος είναι κίβδηλος.

Του Μάνου Στεφανίδη επ. καθ. του Παν/μίου Αθηνών

Ο Μάρλοου κι εγώ δεν περιφρονούμε τις τάξεις των πλουσίων για τα λεφτά και τα λουτρά τους, τις περιφρονούμε γιατί είναι κάλπικες

Ραίημοντ Τσάντλερ*

Μπήκα φουριόζος σ' ένα βιβλιοπωλείο του κέντρου. Ένα παλιό παραδοσιακό βιβλιοπωλείο απ' αυτά που τείνουν να εκλείψουν. Ένα βιβλιοπωλείο που δεν σερβίρει καφέ ή λουκάνικα, που δεν πουλάει dvd, cd ή gadgets, που δεν είναι συγκεκαλυμμένο super market, που δεν κάνει προσφορές, δεν παρουσιάζει best sellers ή χρυσούς δίσκους, δεν διαφημίζεται από τα free press της πόλης ή από τα περιοδικά που ενώ υποτίθεται ότι αναφέρονται στα βιβλία, κατ' ουσίαν ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την αγορά τους και τους εμπόρους της. Υπόθεση μπεστ σέλερ που θα 'λεγε κι ο πάντα επίκαιρος - απών Χρήστος Βακαλόπουλος. Ένα βιβλιοπωλείο που, ακόμη, μιλάει και γράφει ελληνικά, που έχει υπαλλήλους περισσότερο διαβασμένους από τους τρέχοντες καθηγητές πανεπιστημίου - ιδίως αυτούς που είναι παράλληλα και υπουργοί - και που μυρίζει τόσο έντονα χαρτί, ώστε σχεδόν να σε μεθάει.
Μπήκα, λοιπόν, φουριόζος σαν για να κερδίσω τον άδικα σπαταλημένο καιρό και παρήγγειλα μονορούφι όλα εκείνα τα βιβλία που νόμιζα ότι είχα διαβάσει αλλά στην πραγματικότητα τ' αγνοούσα κι άλλα που τα γνώριζα, από μικρός όμως τα θυμόμουν σαν όνειρο και τα οποία εν πάση περιπτώσει είχα να ξεφυλλίσω από δεκαετίες. Από σνομπισμό, αφέλεια, ψευτολογιοσύνη, ψευτοπαρανόηση;
Ποιος ξέρει!.. Αναφέρομαι στο "Κόκκινο και το Μαύρο", την "Καρδιά του Σκότους", τους "Αδελφούς Καραμαζώφ", τον "Μόμπι Ντικ", την "Ανθρώπινη Κωμωδία", τη "Μαντάμ Μποβαρύ", τους "Δαιμονισμένους", την "Αισθηματική Αγωγή", τον "Πόλεμο και Ειρήνη", τη "Δίκη", τον "Ηλίθιο", τον "Πύργο", τον "Μεγάλο Γκάτζμπι", το "Καθώς ψυχορραγώ", τον "Μεγάλο Μωλν", τον "Μαιτρ και τη Μαργαρίτα", την "Ανάσταση", το "Ανατολικά της Εδέμ", το "Μαγικό Βουνό", την "Πείνα", τους "Δουβλινέζους" (ιδιαίτερα το τελευταίο διήγημα που ο Αριστηνός) το παραβάλλει με τον "Έρωτα στα Χιόνια"), τον "Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες", τη "Βοή και το πλήθος"...
Τ' αγκάλιασα όλα, τα φόρτωσα σε σακούλες, τα σεργιάνισα μέσα στους δρόμους που δήλωναν εορταστικοί αλλά δεν ήσαν, και σε ανθρώπους που θα ήθελαν να είναι αλλά δεν μπορούσαν. Στα καταστήματα οι τηλεοράσεις εξηγούσαν πόσο επιτυχημένες είναι οι κινήσεις του Γιωργάκη, τον οποίο έφερε στην εξουσία ο εξίσου επιτυχημένος Κωστάκης και οι ψήφοι αγελαίων οπαδών που πάντως δεν έχουν προχωρήσει ποτέ σε αυτοκριτική. Εξ ου και η σοβούσα κρίση. Η οποία, δυστυχώς, δεν είναι ούτε πρόσφατη, ούτε μόνο οικονομική. Και για την οποία ίσως να φταίει το ότι όλοι μας λίγο - πολύ έχουμε απομακρυνθεί από τις πηγές: τα κείμενα - πυλώνες του κοινού μας πολιτισμού. Ήμουν λοιπόν ο μόνος ευτυχισμένος εκείνου του κεντρικού δρόμου, του πλημμυρισμένου από βιτρίνες, μπαράκια και ανορεξικούς τύπους που κοιτούσαν αν τους κοιτάνε, επειδή κουβαλούσα υπερήφανα εκείνα τα βιβλία που ένωναν σαν βασιλική οδός (camino real) την ανώριμη νεότητά μου με την ανόρεχτη ωριμότητά μου. Ένα είδος μεταμέλειας πριν ένα συμβολικό Πάσχα.
Θα τα διάβαζα λοιπόν όλα ξανά, αμέσως αλλά και αλλιώς, βουτηγμένος σε νέες απολαύσεις και περιτριγυρισμένος από παλιές ηδονές, τέτοιες που ευτυχώς δεν μπορεί να νιώσει ο πρόεδρος του ΣΕΒ ή ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Κι αυτό είναι η μικρή μου εκδίκηση θα έλεγα, η μικρή μας εκδίκηση.
Σε τελική ανάλυση όσα νέα βιβλία κυκλοφορούν κατά χιλιάδες σήμερα, είναι, εν πολλοίς, σχόλια ή αναφορές ή αντιγραφές αυτών των κειμένων που έσφιγγα με ερωτικό πάθος κι ανάλογες τύψεις πάνω στο στήθος μου ανάμεσα Ιπποκράτους και Σόλωνος.
Πλήρωσα, που λέτε, στο ταμείο πανευτυχής και αρνήθηκα την οποιαδήποτε έκπτωση - προσφορά του ευγενικού υπαλλήλου. Όχι πια άλλα βιβλία - προσφορά ήταν ο συμβολισμός της άρνησής μου. Ήταν κάτι που το χρωστούσα στον εαυτό μου εδώ και πολλά χρόνια. Χρήματα για βιβλία, το καλύτερο αντίδοτο στην κρίση, η σοβαρότερη, αντικαταναλωτική χειρονομία. Κι επιτέλους η χαρά της ανάγνωσης χωρίς υποχρεώσεις, οπισθοβουλίες ή αντίδωρα προς τη συντεχνία. Ιδιαίτερα μάλιστα τώρα που την όποια κριτική ή δημιουργικό διάλογο, την όποια αντίρρηση έχει υποκαταστήσει η στρατηγική της αλλαξοκωλιάς.
Η έγγραφη συμπαιγνία των διανοουμένων. Το "σου γράφω, για να μου γράφεις". Δηλαδή το τίποτε της γραφής ως επικοινωνία των μετρίων. Βιβλία, τέλος, που δεν μου προμήθευσαν στανικά με την εφημερίδα της Κυριακής ο Τεγόπουλος ή ο Μπόμπολας σε πρόστυχο χαρτί και προστυχότερη συγκατάβαση. Είναι πάντως ντροπή για το συλλογικό μας φιλότιμο να συστήνει -ως προσφορά!- τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στο πανελλήνιο ο κ. Χαντζηνικολάου και η εφημερίδα του. Επειδή τα βιβλία είναι σαν τις γυναίκες που επιθυμούμε. Ή τις κατακτάμε μόνοι μας διαλέγοντάς τες από έναν ουρανό ανάλογων άστρων ή οποιοσδήποτε άλλος τρόπος είναι κίβδηλος. (Ο Ραίημοντ Τσάντλερ θα έλεγε "κάλπικος")... 

 * Από το βιβλίο "Αντίο Γλυκιά μου" εκδ. Άγρα 1986, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, σελ. 336.
Είχα ξεκινήσει να γράφω κείμενο αντίστοιχου περιεχομένου όταν ψάχνοντας κάποιες πληροφορίες βρήκα το παραπάνω σχόλιο σε φύλλο της Αυγής λίγο μετά το Πάσχα. Με εκφράζει απόλυτα και το αναδημοσιεύω ευχαριστώντας την τύχη μου και το Μάνο Στεφανίδη.
Στην ΑΥΓΗ είχε τίτλο 
Πασχαλινό σκάνδαλο! Ολίγα για τη στρατηγική της αλλαξοκωλιάς.
Ν.Λ.
Υ.Γ.  Πρώτη ανάρτηση μετά το Πάσχα 2010
Δεύτερη ανάρτηση μετά το Πάσχα 2012
Τρίτη ανάρτηση Καλοκαίρι 2015
 Τέταρτη ανάρτηση καλοκαίρι 2017
(γιατί το κείμενο είναι διαχρονικό)
-->

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

ΛΙΓΗ ΖΩΗ : ένας τραγικός, υπερβατικός ύμνος στην αγάπη, μια αριστοτεχνική απεικόνιση του σπαραγμού, της τυραννίας της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής



Από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, το βιβλίο της Hanya Yanagihara με τίτλο Λίγη ζωή προσαρτά αδιάλειπτα στους κόλπους των φανατικών του αναγνωστών όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου που το διαβάζει.

Η κυκλοφορία του βιβλίου στο εξωτερικό, τον Μάρτιο του 2015, ήταν μάλλον αθόρυβη, παρότι οι κριτικές ήταν ενθαρρυντικές, αλλά η μάλλον απροσδόκητη μετατροπή του μυθιστορήματος σε βιβλίο της χρονιάς άρχισε να φαίνεται στις αρχές του καλοκαιριού: η Λίγη ζωή διαδιδόταν από στόμα σε στόμα και από τουίτ σε τουίτ, από ανθρώπους που μόλις το διάβαζαν αναζητούσαν εναγωνίως ανθρώπους που το είχαν διαβάσει κι αυτοί για να το συζητήσουν. Οι περισσότεροι αναφέρουν ότι πολλά αποσπάσματα τα διάβαζαν κλαίγοντας. Έτσι, οι ίδιοι οι αναγνώστες του βιβλίου με τα ενθουσιώδη σχόλιά τους στο twitter, το instagram και το goodreads το μετέτρεψαν σε παγκόσμιο εκδοτικό φαινόμενο.

Όποιος πιάνει στα χέρια του τη Λίγη ζωή, δεν υπάρχει περίπτωση να την εγκαταλείψει προτού φτάσει στην τελευταία σελίδα και οι σχεδόν 900 σελίδες της σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν εμπόδιο. Ακόμα όμως και όταν η ιεροτελεστία της ανάγνωσης λάβει τέλος, οι ήρωες του βιβλίου δύσκολα ξεχνιούνται κι εξακολουθούν να τριβελίζουν το νου του αναγνώστη για πολύ καιρό ακόμα. Οι περισσότεροι αναγνώστες του βιβλίου ομολογούν ότι δυσκολεύονται να αφήσουν τους ήρωες του βιβλίου πίσω και θα ήθελαν, με κάποιο τρόπο, να τους ξανασυναντήσουν.


Με πρόζα πλούσια και λαμπρή, η αμερικανίδα συγγραφέας με καταγωγή από τη Χαβάη συνθέτει έναν τραγικό, υπερβατικό ύμνο στην αγάπη, μια αριστοτεχνική απεικόνιση του σπαραγμού, της τυραννίας της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής που δεν αφήνει ασυγκίνητο ακόμα και τον πιο αδιάφορο αναγνώστη.

Λίγη ζωή

Χάνια Γιαναγκιχάρα
μετάφραση: Μαρία Ξυλούρη
Μεταίχμιο, 2016
896 σελ.
ISBN 978-618-03-0690-3
Τιμή € 24,40

Τέσσερις φίλοι και συμφοιτητές μετακομίζουν, μετά την αποφοίτησή τους, στη Νέα Υόρκη για να φτιάξουν τη ζωή τους - άφραγκοι, χαμένοι, με μόνο τους στήριγμα τη φιλία τους και τις φιλοδοξίες τους: Ο ευγενής, ωραίος Γουίλεμ, επίδοξος ηθοποιός ο Τζέι Μπι, ζωγράφος από το Μπρούκλιν, που προσπαθεί να κατακτήσει τον καλλιτεχνικό κόσμο ο Μάλκολμ, αρχιτέκτονας σε μια σημαντική εταιρεία· και ο Τζουντ - ο ιδιοφυής, αινιγματικός Τζουντ. Όπως περνούν οι δεκαετίες, οι σχέσεις τους βαθαίνουν, αλλά και σκοτεινιάζουν, καθώς τις χρωματίζουν ο εθισμός, η επιτυχία, η περηφάνια. Ωστόσο η σπουδαιότερη πρόκληση, συνειδητοποιούν όλοι, είναι ο ίδιος ο Τζουντ, πλέον ένας απίστευτα χαρισματικός δικηγόρος μα και ένας άνθρωπος ολοένα και πιο διαλυμένος, με το σώμα του και τον νου του σημαδεμένα από τους ανείπωτους τρόμους της παιδικής του ηλικίας - κυνηγημένος από τραύματα που φοβάται ότι όχι μόνο δεν θα ξεπεράσει ποτέ, αλλά και θα τον ορίζουν για πάντα. Με πρόζα πλούσια και λαμπρή, η Γιαναγκιχάρα γράφει έναν τραγικό, υπερβατικό ύμνο στην αγάπη, μια αριστοτεχνική απεικόνιση του σπαραγμού, της τυραννίας της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής.

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΡΕΝΑ : η ηρωίδα του Κορτώ που προσκαλεί τους αναγνώστες σ' ένα συναρπαστικό ταξίδι μέσα από τις σελίδες του νέου του βιβλίου


"Εγώ που λες, αγόρι μου, είμαι παλιά πουτάνα.
Για να καταλάβεις, έχω πάει μέχρι με τον Καρυωτάκη".

Εκατό πατημένα η Ρένα, κι ένα πρωί φτιάχνει καφέ και κάθεται να αφηγηθεί τη ζωή της σ' έναν νεαρό επισκέπτη, που έτυχε να δει τη φωτογραφία της σε μιαν εφημερίδα.

Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα σ' ένα μπουρδέλο στα Χαυτεία, πόρνη κι η ίδια απ' τα δώδεκα, η Ρένα έχει μοναδικό οδηγό της την αγάπη: την αγάπη για τον Μάρκο, που την μπάζει στο Κόμμα, για τη Ρούλα, που της φανερώνει την άλλη όψη του έρωτα, για τον Βασίλη, που μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της και της δίνει μια ανάσα ελπίδας πριν το βαθύ σκοτάδι.

Κι από αγκαλιά σε αγκαλιά, από πάθος σε πάθος, η Ρένα γίνεται άθελά της κομμάτι της ιστορίας - μια σαστισμένη κουκκίδα μες στο πλήθος, απ' την απεργία των καπνεργατών στη Σαλονίκη και την αιματηρή της κατάληξη μέχρι τα Δεκεμβριανά, την εξορία στα ξερονήσια, την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Κι η Ρένα ανάβει κι άλλο τσιγάρο, γεμίζει πάλι το ποτήρι, κλοτσάει το κουβάρι της ιστορίας της - κι η μνήμη ζωντανεύει, γίνεται παρέα.

Μια καρδιά σαν κλείστρο μηχανής, που ο κάθε χτύπος της φωτογραφίζει αυτό που πρέπει να θυμάσαι.


Ρένα
Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Πατάκη, 2017
220 σελ.
ISBN 978-960-16-6921-2
Τιμή € 11,10


Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Κάθε χρόνο στις 16 Ιουνίου η παγκόσμια γιορτή ενός εμβληματικού βιβλίου. ΟΔΥΣΣΕΑΣ του Τζέημς Τζόυς


Κάθε 16 Ιουνίου στο Δουβλίνο αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο τιμούν τον James Joyce και το εμβληματικότερο έργο του 20ου αιώνα ΟΔΥΣΣΕΑΣ.
Ο Οδυσσέας είναι ο απολογισμός μιας μοναδικής μέρας, της 16ης Ιουνίου 1904. Ο χώρος είναι συγκεκριμένος, το Δουβλίνο. Ένας πολίτης αυτής της πόλης, ο Λεοπόλδος Μπλουμ, ξυπνάει το πρωί και φεύγει για τη δουλειά του. Οι κοινωνικές, οι επαγγελματικές και οι συναισθηματικές υποχρεώσεις του καθυστερούν την επιστροφή του μέχρι τις πρώτες ώρες της επόμενης ημέρας.
Αυτή η αργοπορία επιστροφής δεν συνιστά τη μοναδική ομοιότητα με το αρχαϊκό του πρότυπο. Ο Λεοπόλδος Μπλουμ περνάει μέσα από μια αντιστοιχία περιπετειών ανάλογων μ' εκείνες του Οδυσσέα. Το κατέβασμα στον Άδη βρίσκει την αντιστοιχία του στην μετάβαση του Μπλουμ στο νεκροταφείο, το οποίο επισκέπτεται συνοδεύοντας στην τελευταία του κατοικία ένα φίλο που πέθανε απροσδόκητα. Το νησί του Αιόλου βρίσκει την αντιστοιχία του στα γραφεία μιας εφημερίδας, όπου φυσάνε όλοι οι άνεμοι. Οι Σειρήνες είναι τα κορίτσια του μπαρ του ξενοδοχείου Όρμοντ, στο οποίο καταφεύγει ο Μπλουμ για ένα καθυστερημένο γεύμα και ακούει από τη διπλανή αίθουσα μερικούς φίλους να τραγουδούν με την συνοδεία του πιάνου. Η σπηλιά του Κύκλωπα είναι το μπαρ Μπάρνεϋ Κίερναμ, όπου συχνάζει κάποιος φανατικός εθνικιστής που κατονομάζεται ως Πολίτης και που διακηρύσσει τη μισαλλοδοξία του απέναντι σε καθετί που δεν είναι ιρλανδέζικο και που προκαλεί ένα μικρής έκτασης πογκρόμ στον Μπλουμ ο οποίος είναι εβραϊκής καταγωγής. Η Κίρκη είναι ένα πορνείο της νυχτερινής πόλης, το οποίο επισκέπτεται ο Μπλουμ για να βοηθήσει ένα μισοπεθαμένο νεαρό που συνάντησε πριν λίγο και που νιώθει γι' αυτόν ένα ισχυρό αίσθημα πατρικής φροντίδας.
Η δράση είναι ελάχιστη, όμως η τεχνική του "εσωτερικού μονόλογου" που επινοεί ο συγγραφέας για την έκθεση της αφήγησής του, του παρέχει την δυνατότητα να σχολιάσει με ακρίβεια και με λεπτομέρειες όλο το πλέγμα των σχέσεων των προσώπων που λαμβάνουν μέρος σ' αυτό το σε μικρογραφία έπος. Ο μεσήλικας κύριος Μπλουμ, καθώς και ο νεαρός Στήβεν Ντένταλους (που παίζει τον ρόλο του ομηρικού Τηλέμαχου), ανασυνθέτουν και επανεξετάζουν μέσα στους συλλογισμούς τους όλα τα προβλήματα που θίγει και ο Έλληνας ποιητής. Το ενδιαφέρον του σύγχρονου αναγνώστη εστιάζεται τόσο στις ομοιότητες του μύθου όσο και στις διαφορές και στις ανατροπές του, οι οποίες τον βοηθούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων κατ' αρχήν για μια σύγκριση του κόσμου μας με τον κλασικό κόσμο και δεύτερον για την ανίχνευση της ηθικής και πνευματικής πορείας του σύγχρονου κόσμου μας μέσα στον οποίο ζούμε.

Joyce James, 1882-1941


Ο James Augustine Aloysious Joyce (1882-1941) γεννήθηκε στις 2 Φλεβάρη σε προάστειο του Δουβλίνου, από τυπική Ιρλανδική οικογένεια, μεγαλύτερος από τα 10 τους παιδιά. Ο πατέρας, John Stanislaus Joyce, φανατικός αντικληρικός και φιλελεύθερος, ενώ η μητέρα φανατικά καθολική. Στα παιδικά χρόνια του, η οικογένειά του ήταν εύπορη αλλά το 1891, εξαιτίας κακών οικονομικών χειρισμών και με τον αλκοολισμό του πατέρα, οδηγήθηκε στη πτώχευση. Η οικογένεια πουλά σιγά-σιγά τη περιουσία της. Περνούνε περίοδο μεγάλης ανέχειας. Σε 10 χρόνια μετακομίζουνε 12 φορές. Ο πατέρας αλκοολικός χρωστούσε παντού. Πρώτες σπουδές το 1888 στο κολέγιο Clongowes Wood, όμως αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει είτε λόγω ασθένειας, είτε λόγω αδυναμίας πληρωμής διδάκτρων. Για σύντομο διάστημα πήρε μαθήματα κατ' οίκον αλλά και στη σχολή Christian Brothers (Χριστιανοί Αδελφοί) μέχρι που του προσφέρθηκε θέση στο κολέγιο Belvedere, διευθυνόμενο από Ιησουίτες. Η παραδοσιακή πειθαρχία των καθολικών θα γίνει η πρώτη εξορία κι ο λαβύρινθός του. Σε μιαν εφηβική κρίση μάλιστα κόντεψε να γίνει ιερέας. Παρά το θρησκευτικό περιβάλλον όμως, που μέσα του σπούδασε, στα 16 του αρνήθηκε τον καθολικισμό. "Θα με σώσει μια πόρνη κι η ποίηση", θα πει αργότερα. Το 1898, γράφτηκε στο University College Dublin και σπούδασε κυρίως αγγλικά, γαλλικά κι ιταλικά ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στους θεατρικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Το 1900 δημοσιεύτηκε πρώτη φορά κείμενο του, στην εφημερίδα "Fortni" κι αφορούσε κριτική μελέτη στη θεατρική δραματουργία του Ίψεν -δέχτηκε αργότερα ευχαριστήρια επιστολή από τον ίδιο τον Νορβηγό συγγραφέα. Ακολούθησαν αρκετές δημοσιεύσεις κριτικών του. Θεωρείται επίσης πως ολοκλήρωσε τουλάχιστον 2 θεατρικά έργα, που όμως δεν έχουν διασωθεί. Μετά την αποφοίτησή του το 1903 αποφάσισε να φοιτήσει στην Ιατρική Σχολή Δουβλίνου, αλλά ταξίδεψε στο Παρίσι και σύντομα εγκατέλειψε τις ιατρικές σπουδές. Από 11/11/1902-19/11/1903 δημοσιευτήκανε συνολικά 23 βιβλιοκριτικές του. Τον Απρίλη του 1903 επέστρεψε στο Δουβλίνο καθώς έμαθε πως η μητέρα του έπασχε από καρκίνο. Προσπάθησε να τον πείσει, έστω την ύστατη στιγμή της, ν' ασπαστεί τον καθολικισμό, μα κείνος αρνήθηκε να γονατίσει και να προσευχηθεί για τη σωτηρία της, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Άρχισε να πίνει κι η κατάσταση ήτανε πολύ άσχημη κι όταν η μητέρα πέθανε στις 13 Αυγούστου, καθώς εκείνος συνέχισε το ποτό κι έφερε βαριά την άρνησή του στη θέλησή της, γεγονός που τον επηρέασε βαθιά. Την επόμενη χρονιά κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο του Feis Ceoil, τραγουδώντας, καθώς ήτανε και θαυμάσιος τενόρος.

Το Γενάρη του 1904 ολοκλήρωσε το "Πορτρέτο Του Καλλιτέχνη" (A Portrait Οf Τhe Artist), η δημοσίευσή του όμως, απορρίφθηκε από το περιοδικό Dana. Παράλληλα ξεκίνησε τη συγγραφή του μυθιστορήματος "Στέφεν ο Ήρωας" (Stephen Hero), έργο που έμεινε ημιτελές. Την ίδια χρονιά, στις 6 Ιουνίου, (η μέρα bloomsday), καταγράφεται η πρώτη γνωριμία του με τη Νόρα Μπάρνακλ (Nora Barnacle), καμαριέρα σε ξενοδοχείο, που την ερωτεύτηκε και μαζί της αργότερα, τον Οκτώβρη, εγκατέλειψε την Ιρλανδία. Αρχικά εγκατασταθήκανε στη Ζυρίχη κι έπειτα στη Τεργέστη, που εργάστηκε σα δάσκαλος στη σχολή Berlitz. Στις 27 Ιουλίου 1905, αποκτήσανε τον πρώτο τους γιο, Giorgio -συνολικά στα 36 χρόνια κοινής τους ζωής, αποκτήσανε 2 παιδιά. Στη Τεργέστη, παρέμεινε για τα επόμενα 15 περίπου χρόνια, με διακοπή 1 έτους, όταν τον Ιούλιο του 1906, εγκατασταθήκανε στη Ρώμη, που εργάστηκε σα τραπεζικός υπάλληλος. Επισκεπτόταν αραιά και που το Δουβλίνο, ενώ το 1909 προσπάθησε για σύντομο χρονικό διάστημα, σε συνεργασία μ' άλλους επιχειρηματίες να λειτουργήσει κινηματογράφους στην Ιρλανδία. Σύντομα εγκατέλειψε το εγχείρημα κι επέστρεψε στη Τεργέστη αφού όμως προηγουμένως είχε υπογράψει συμβόλαιο με τον εκδοτικό οίκο "Maunsel & Co"., για την έκδοση της συλλογής διηγημάτων "Δουβλινέζοι". Τελικά όμως το έργο αυτό τυπώθηκε το 1914 από τον οίκο Grant Richards. Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και το "Πορτρέτο του Καλλιτέχνη", στο περιοδικό "Egoist", ενώ η έκδοση του βιβλίου έγινε το 1916 στη Νέα Υόρκη και το 1917 στο Λονδίνο. Το 1914 ξεκίνησε τη συγγραφή του σημαντικότερου βιβλίου του, του "Οδυσσέα". Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του, μετακόμισε στο Παρίσι, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ και παρέμεινε για τα επόμενα 20 περίπου χρόνια. Το 1922 εκδόθηκε ο "Οδυσσέας" ενώ την ίδια περίοδο ξεκινά πρώτη επεξεργασία στο "Ξύπνημα του Φίνεγκαν" (Finnegan's Wake), που αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Transatlantic Review" πρώτη φορά το 1924. Η τελική έκδοση του έργου χρονολογείται το 1939, χάρη στις προσπάθειες των Maria & Eugene Jolas, που τον ενθαρρύνανε σχετικά με την ολοκλήρωση του έργου και παρά τις απογοητεύσεις του ιδίου, εξαιτίας της αρχικής υποδοχής του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν άνετα οικονομικά. Στις 4 Ιουλίου 1931 μετά από 27 χρόνια κοινή ζωής ο James κι η Nora παντρεύονται. Το 1932 πεθαίνει ο πατέρας του και την ίδια χρονιά γίνεται παππούς. Στις 14 Δεκέμβρη 1940, ο Τζόυς κι η οικογένεια του εγκαταλείψανε το Παρίσι για τη Ζυρίχη. Ένα μήνα μετά στις 13 Γενάρη 1941 πέθανε πρόωρα, σ' ηλικία 58 ετών, από πολύ προχωρημένο έλκος και θάφτηκε στο εκεί νεκροταφείο.


Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2015)
(2014)
Οδυσσέας, Κάκτος
(2014)
(2013)
Γράμματα στη Νόρα, Εκδόσεις Πατάκη
(2013)
(2013)
(2013)
(2012)
Οδυσσέας, Κέδρος
(2012)
(2012)
(2010)
Αραβία, Μπιλιέτο
(2006)
Οι Δουβλινέζοι, Ελευθεροτυπία
(2004)
Δουβλινέζοι, Ηριδανός
(2000)
Τα ποιήματα, Οδός Πανός
(1997)
Η πανσιόν και άλλα διηγήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996)
Οι νεκροί, Ύψιλον
(1995)
Στήβεν ο ήρωας, Αλεξάνδρεια
(1994)
Giacomo Joyce, Σμίλη
(1994)
Φανερώσεις, Το Ροδακιό
(1990)
Οδυσσέας, Κέδρος
(1988)
Ο νεκρός, Εκδόσεις Σιάτρα
(1987)
Οι Δουβλινέζοι, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1985)
Οι Δουβλινέζοι, Εκδόσεις Γκοβόστη
(1982)
(1977)
Giacomo Joyce, Χατζηνικολή
(1977)
(1971)
Δουβλινέζοι, Γαλαξίας

πηγή: βιβλιονέτ